«Βλέπουμε ότι ένας συγγραφέας, ή ένα βιβλίο, δεν είναι απαραίτητα το αίσιο αποτέλεσμα ήρεμων καιρών».
Ο Μπατάιγ συνθέτει μια εξαιρετικά διαβολική εργασία, όπου αναλύει (με δικό του ευφάνταστο τρόπο όπου και απουσιάζει το ακαδημαϊκά στεγνό πρόσημο), το έργο μεγάλων τεράτων, την εξουσία της διανόησης, υπό το πρίσμα του Κακού.
Μελετάει τον Μπωντλαίρ με τα πιο απαγορευμένα άνθη στην ιστορία των ανθέων, ως καλλιτέχνη του Κακού, την μυθολογική ψυχαναλυτική ποίηση του Μπλέικ με συναρπαστική πολιτική διαύγεια, την σοσιαλιστική ερωτική πλευρά του Προυστ, τον Ζενέ μέσα από τα μάτια του Σατρ, χτίζοντας μια εικόνα ενός απρόσιτου ιντελέκτουαλ καθηγητή, σαν άλλος Τσβάιχ που αποτυγχάνει να επικοινωνήσει με τα μάτια που τον διαβάζουν. Από αυτή την εν μέρει ανθολογία δεν θα μπορούσε να απουσιάζει ο Σαντ, ο σαδιστής του είδους, για τον οποίον πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί γράφει ή πως μπορεί και γράφει έτσι, με τόση ακόρεστη δίψα για Κακό. Βέβαια ο Μπατάιγ τοποθετείται με κάθε αφοσίωση στον απάνθρωπο κόσμο που υπακούει στην Αρχή της Ευχαρίστησης που ο Σαντ έχει υφάνει: «Για να συνεννοηθούμε: δεν υπάρχει μεγαλύτερη ματαιοπονία από το να πάρουμε τον Sade, κατά γράμμα, στα σοβαρά».
Θα μπορούσε να είναι μια ανάλυση με συγκρούσεις και δίπολα, αλλά επιλέγει την ουμανιστική οδό μαζί με κάποια φιλοσοφικά ταυτόσημα, όπου εκεί που βασιλεύει ο άνθρωπος, τα πλάσματα είναι συναισθηματικά αλλά απολαμβάνουν και ανόθευτο σαδισμό. Εκεί που υπάρχει η στροφή προς το αποκρουστικό, προϋποτίθενται και η τρυφερή στιγμή, όπως και η τιμιότητα φουντώνει από αξία, συχνά, χάρη στη διαφθορά.
Απόλαυσα τόση χυδαία γλώσσα μαζεμένη και είμαι τυχερή που το διάβασα σε μια περίοδο που νιώθω να εκτιμώ σε βάθος τόσο τη διανόηση όσο και την καλοσύνη.





































Leave a Reply