Από τα ελάχιστα παραδείγματα που ίσως η πολύτιμη έκδοση αξίζει περισσότερο από το κύριο αφήγημα και εξηγούμαι:
Η Κίχλη, πήρε τον φετιχιστικό έρωτα του Κρακάουερ και του Νίτσε για τις γραφομηχανές τους και τους έφερε αντικριστά. Δεν συγκρίνονται ακριβώς με ομοιότητες και διαφορές, όμως η εκφραστική προσομοίωση ανά στιγμές κλιμακώνεται σχεδόν ταυτόχρονα, κάνοντας αυτό το ασήμαντο εγχείρημα τόσο ενδιαφέρον στο να αναλυθεί, σαν κάτι απόλυτα ταιριαστό, που όφειλε κάποια στιγμή η ζωή να ενώσει. Και εκεί μάλλον βρίσκεται η απόλαυση, στα μάτια του αναγνώστη, ο οποίος πίνει το σφηνάκι και μετά αναλώνεται με τον πιο διασκεδαστικό τρόπο να λέει μια για το ένα, μια για το άλλο.
Πρόκειται για μια μικρή μυστικιστική βιβλιοφιλική παρατήρηση, από αυτές που κάνουν οι εραστές των γραπτών, συχνά ασυνείδητα και έτσι μένουν ενθουσιασμένοι για μέρες. Μάλιστα, εάν είναι αρκετά τυχεροί και οι εν λόγω άνθρωποι έχουν αγαπημένους να τους περικλύζουν, τότε δεν θα διστάσουν να παίξουν κορόνα – γράμματα αυτή τη συμπάθεια και θα τους παρενοχλήσουν (τους αγαπημένους ντε), μιλώντας διαρκώς για αυτό το ζήτημα, επαναλαμβάνοντας διαρκώς πόσο οξυδερκής τους φάνηκε ο εαυτός τους.
Λογοτεχνικά αποσπάσματα, επιστολές και ποίηση, όλα όσα δηλαδή θα δημιουργούσε ένας ερωτευμένος για να εκφραστεί. Μάλιστα, η έκδοση εμπεριέχει και αντίστοιχα χειρόγραφα και το αποτέλεσμα των ερωτικών σελίδων που έχει παράγει η μηχανή ως αντικείμενο λατρείας. Και τι να πει κανείς για την εισαγωγή του Νικήτα Σινιόσογλου, ο οποίος κάνει άλλη μια διάνα, προσφέροντας απλόχερα μια σύντομη (δυστυχώς) ανάλυση των κειμένων που θα ακολουθήσουν.
Θα μπορούσα να πω τόσα ακόμα για τη μαγεία του μέσου, αλλά θα ήταν λίγο, άρα στέκομαι στο πόσο τυχερή νοιώθω που υπάρχει αυτή η δυνατότητα, στο να μπορούμε να απολαύσουμε λογοτεχνικούς διάκοσμούς σαν κι αυτούς. Έτσι κι αλλιώς, ο έρωτας με το άψυχο (σχεδόν) αντικείμενο, ξεκινάει καινούριο αναλυτικό κύκλο συζήτησης, ενώ στο τέλος του δρόμου, το φεμινιστικό κύμα έρχεται να περάσει με το αλάτι πάνω από τα σίδερα, για μια διαφορετική χειρουργική πράξη, σαν αυτή που τέλεσε η Λου στον Νίτσε και ο Νίτσε δε δίστασε να τη συγκρίνει με το πνευματικό αντικείμενο, το οποίο του δίνει τον επανορθωτικό χρόνο της επεξεργασίας, αυτό που οι άνθρωποι συχνά καλώς του στερούν.





































Leave a Reply