Una Bolanita novelita
O Μπολάνιο καταφέρνει κάτι εκπληκτικό: Καταφέρνει να δώσει ήχο στο βουβό πένθος και μακάρι να μπορούσα να το περιγράψω καλύτερα αλλά δεν θα είχε νόημα, γιατί θα περιέγραφα τη δικιά μου εμπειρία. Ο Μπολάνιο καταφέρνει να γράψει για την ανθρώπινη απώλεια με τρόπο ρεαλιστικό, καθολικό και καθοριστικό.
Ίσως το κείμενό του να είναι μεγάλο για να μπει ως λήμμα σε λεξικό, αλλά σίγουρα θα μπορούσε. Συναισθηματικά κόβει με λεπίδα, με ένα τρόπο ταχύτατο και ευφυέστατο, μαγεύοντας τον αναγνώστη, ο οποίος δεν έχει καμία διάθεση να αφήσει το Λούμπεν μυθιστορηματάκι κάτω. Έτσι κι αλλιώς είναι μια σταλίτσα.
Ο Μπολάνιο γράφει σε πρώτο πρόσωπο μια ιστορία ενηλικίωσης και επιλέγει τη Μπιάνκα, που μόλις έχασε τους γονείς της και τη ζωή της όπως την ήξερε. Η αφηγήτρια είναι τρωτή και ευάλωτη, αλλά και αδίστακτη. Βοηθάει πολύ που ο συγγραφέας αποφεύγει επιδέξια κάθε πιθανό κλισέ του φύλου της. Η Μπιάνκα βλέπει τον αδερφό της να επιλέγει τη ζωή του εγκληματία και ενώ η ίδια δεν διαφεύγει τελείως από αυτό τον δρόμο, σίγουρα απορρίπτει πολλές φαινομενικές λύσεις του πόνου της και αντιμετωπίζει με ωριμότητα τις επιλογές της.
Τι άλλο υπάρχει; Υπάρχουν δύο άντρες που πάντα καθαρίζουν και μαγειρεύουν, αλλά αρνούνται να δουλέψουν. Υπάρχουν τσόντες. Υπάρχει ένα κομμωτήριο. Ένας μυστήριος τυφλός εμπύρετος άντρας. Υπάρχει ένα μυστικό χρηματοκιβώτιο, κάπου καλά βιδωμένο, είτε σε κάποιον μουχλιασμένο τοίχο, είτε σε κάποια φιλόδοξα μυαλά.
«Υπήρχαν αυτοκίνητα που περνούσαν και δεν σταματούσαν. Υπήρχαν αυτοκίνητα που περνούσαν ήδη με κατεβασμένα τα τζάμια και μέσα ήταν νεαροί που φώναζαν «φασισμός ή βαρβαρότητα» και επίσης έφευγαν αμέσως. Εγώ δεν τους κοίταζα. Εγώ κοιτούσα τα νερά του ποταμού και τα εξώφυλλα των ταινιών μου και προσπαθούσα να ξεχάσω τα λίγα πράγματα που ήξερα.»





































Leave a Reply