Μια πτήση υπομονής για εμάς που στραβώνουμε με τις feelgood προσφορές αναπτέρωσης ηθικού.
Πρόκειται για έναν ξεχωριστό γλάρο, τον Ιωνάθαν, ο οποίος δοκιμάζει μονίμως τα όρια της φυσικής του κατάστασης (αργότερα και πνευματικής), προκαλώντας Σωκρατικά την αντιπάθεια και φόβο του Σμήνους του. Δεν αποθαρρύνεται: Δεν τον απασχολούν τα στενά όρια του γλαρείν, θα τους δείξει πως μπορεί να πάει πιο γρήγορα και από γεράκι και θα κολυμπήσει σαν βίδρα, ανάποδα στο γαλάζιο του ουρανού. Ο Ιωνάθαν Λίβινγκστον δεν είχε καμία αμφιβολία για τις ικανότητες του, από τα νεαρά του χρόνια λειτουργούσε σαν επίμονος λύκος της Wall Street που παλεύει για αυτή την πολυπόθητη προαγωγή. Ωστόσο, στο πνεύμα της καλής διάθεσης (φέρε μόνο την καλή σου διάθεση- εντάξει τότε δεν έρχομαι καθόλου), μπορούμε να σταθούμε στο τελευταίο και αναπάντεχα ενδιαφέρον κεφάλαιο:
Ο Bach γράφει πως ίσως και να ήταν αχρείαστο, μιας και αφορά λίγο πολύ την πνευματική προσγείωση. Απόλαυσα το πώς οι άλλες γενιές γλάρων έχασαν τελείως το νόημα και των διδαχών του Ιησ.. του Ιωνάθαν Λίβινγκστον. Μου άρεσε που όταν μάζευε μαθητές, προσπαθούσε να παραμείνει ουδέτερος, χτίζοντας ένα ιπτάμενο cult, αλά Charles Manson. Τελικώς μετά την απομάκρυνσή του, θεοποιήθηκε λιγότερο παγανιστικά και περισσότερο χριστιανικά. Μάλιστα, το τελευταίο κεφάλαιο με έκανε και ίσιωσα λίγο.
Πέρα από την πλάκα, ο Ιωνάθαν μου φάνηκε κάπως μοναχικός μέσα στο ταξίδι του. Υπήρχαν χαρακτήρες που του πρότειναν να «βλέπονται που και που», όταν θα ξεπεράσουν τον χρόνο, αλλά δεν ένιωσα πως τους έδωσε καθόλου χώρο. Μάλλον πείστηκε πως ήταν ιδέα και χάθηκε, πετώντας προς τα πάνω, διάνα μέσα στην αντιύλη της φιλοσοφίας του.





































Leave a Reply