Η σκληρή γλώσσα της (μόλις 26 ετών), Jones είναι το πιο δυνατό της αφηγηματικό εργαλείο, που ενώ διαβάζεις σε ταράζει και έτσι προκαλεί μια πηγαία συγκίνηση που δεν προλαβαίνεις να εκλογικεύσεις για να τη γλυτώσεις. Από τι να γλυτώσεις; Από την ιστορία που διηγείται. Πρόκειται για μια γλώσσα που μπορεί να μοιάζει παράτερη για γυναίκα, όπως έχουμε μάθει, αλλά πλέον κατάλληλη για να περιγράψει τα εγκλήματα στις γυναίκες σκλάβες, τους βιασμούς, τους ξυλοδαρμούς και τις αιμομιξίες.
Βρισκόμαστε σε δύο βασικές γραμμές ιστορίες, στο σήμερα, Κεντάκι 1947, όπου η Ούρσα στερείται την πιθανότητα της μητρότητας μετά από έναν άγριο καυγά με τον άντρα της και στο βαθύ και βαρύ παρελθόν της ιστορίας της, των γυναικών που προηγήθηκαν. Ακούει τις τραυματικές ιστορίες που διατηρήθακαν για τα αυτιά της, από την προ γιαγιά, τη γιαγιά και τη μητέρα της, των γυναικών δηλαδή που ο Κορετζιντόρας αγόρασε, βίασε και πούλησε. Αυτός ο Πορτογάλος υπήρξε σύζηγος, ιδιοκτήτης και πατέρας αυτής της γυναικείας σειράς, όπου τις καταδυνάστευσε και ύστερα κατέστρεψε κάθε απόδειξη για τα εγκλήματά του.
Η Ούρσα μένει η τελευταία απόγονος αυτής της γενιάς του Κορετζιντόρα και πλέον δεν έχει που να πει την ιστορία τους, ξέρει μόνο πως πρέπει να την επαναλάβει, για να μην χαθεί στον χρόνο. Το μίσος της για αυτόν, συχνά μονοπολεί τις σκέψεις της, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να υπάρξει, σε έναν κόσμο αφιλόξενο, χωρίς αγάπη και στοργή. Είναι στοιχειωμένη από τις ρίζες της, αλλά μένει περήφανη, βαθιά ερωτευμένη με τα μπλουζ ως εξιστόρηση και δεν παραιτείται από την εξερεύνηση της γήινης απόλαυσης που κουβαλάει η γυναικεία της ταυτότητα.
«Είμαι η Ούρσα Κορετζιντόρα. Έχω δάκρυα αντί για μάτια. Είμαι φτιαγμένη να νιώθω από μικρή το παρελθόν μου. Το βρήκα στο στήθος της μάνας μου, στο γάλα της. Δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να μολύνει τη μουσική μου».





































Leave a Reply