Άγριος ο Μπέκετ πολύ.
Εδώ μαθαίνω πως δανείστηκε (βούτηξε) τον τίτλο από ένα μυθιστόρημα του Τουργκένιεφ, αλλά δεν το έκανε για ρομαντικό λόγο. Πρόκειται για παραλογισμούς, απαισιοδοξία και καμία απολύτως παρηγοριά, κάπως μίνιμαλ με γκροτέσκο χιούμορ.
Ο ήρωας εμφανίζεται από το πουθενά, δίπλα στον τάφο του πατέρα του αναπολώντας πρώτα τον πατέρα και μετά την Λούλου ή αλλιώς Άννα, όπως την βάπτισε το μυαλό του, το οποίο δεν τα θυμάται και τόσο καθαρά. Φαίνεται πως συνδύασε εκείνη την εποχή, τον χαμό του πατέρα με την γνωριμία του με την Άννα, έγιναν αυτά τα δύο κοντά και λίγο τα έμπλεξε, όπως εγώ μπλέκω τις μικρές ιστορίες του Πόε και του Μωπασσάν. Αναρωτιόταν λίγο πως τον βλέπει ο πατέρας του, όπως έκανε και ο Κάφκα και λοιπά, αλλά μετά από λίγο σαν να το ξεχνάει και ξαναπιάνει την Άννα με τρόπο κυρίως ενοχλητικό και υποτιμητικό. Η Άννα εργαζόταν σε αυτό το παγκάκι και έτσι έγινε και γνωρίστηκαν.
Κάπου στην πορεία την εκτιμάει, καθώς του έφερε τον υάκινθο που της ζήτησε (να είναι ζωντανός), ακόμα και εάν απέτυχε στο χρώμα. Συμπληρωματικά, δεν γέλασε στη μούρη του όταν εκείνος επέμενε να του δώσει να φάει άγρια καρότα εκτός εποχής τους και ακόμα και εάν είχε γελάσει, δεν θα την αδικούσε κανείς.
Μας την περιγράφει ιδιαίτερα ωμά και παγωμένα, τονίζοντας πως το ένα μάτι της φεύγει, ειδικά όταν είναι γυμνή (ίσως όταν είναι γυμνή εκείνος υποφέρει από αμηχανία και στέκεται περισσότερο στα μάτια;), σε σημείο που απορούμε τι θέλει και μας τα λέει, δεν έχει καμία άλλη δουλειά να κάνει καλύτερα; Όσοι θεωρούν πως ο ρομαντισμός βλάπτει, ας το διαβάσουν και ίσως αλλάξουν γνώμη, γιατί σίγουρα ο Μπέκετ θα τους υπερχειλίσει και θα τους καπακώσει επί του θέματος.
«Ώστε λοιπόν, ζείτε από την πορνεία;», λέω.
«Ζούμε από την πορνεία», απάντησε αυτή.





































Leave a Reply