«Γαμώτο μου, δεν θα με αφήσετε να είμαι χαρούμενη ούτε μια φορά σε αυτή την κωλοζωή!! Γιατί δεν έχω το δικαίωμα να είμαι χαρούμενη;»
Πρόκειται για τον αγώνα και την μεταμόρφωση της Μονίκ, της μητέρας του Édouard Louis, προς την ευτυχία. Μετά από δύο κακοποιητικούς γάμους, πέντε παιδιά, φτώχεια, δυστυχία και μοναξιά, έσπρωξε δυνατά και βγήκε στην αντιπέρα όχθη νικήτρια. Η Γαλλίδα Μόνικα Μπελούτσι, όπως λέει τον εαυτό της και γελάει, δεν κάνει την παραμυθένια ζωή, αυτή που ονειροπολούσε, αλλά είναι επιτέλους ελεύθερη. Είναι ελεύθερη να πάει κομμωτήριο, να πάρει ρομάτζα από το σούπερ μάρκετ, ελεύθερη να κάτσει με ένα κυπελάκι καφέ στο αίθριο κοντά στο σπίτι της, στο Παρίσι. Λέει είναι Παριζιάνα τώρα και γελάει. Η Μονίκ γελάει και αυτό είναι μια πολυτέλεια που μόνο κάποιες από εμάς έχουμε.
Το δεύτερο βιβλίο του Édouard Louis που πιάνω (αποφασισμένη να πιάσω και τα άλλα) και νομίζω πως έχω συνθέσει το παζλ της οικογένειάς του. Σαν να είναι κάποιος που ήξερα από το σχολείο, με όλο αυτό το παιδικό μωσαϊκό που έχει μέσα περηφάνεια, ντροπή, στιγμές εκδίκησης, φτώχεια και σπάνιες βόλτες στην θάλασσα αντί για σαμπάνια (η σαμπάνια ακολούθησε μετά).
Υπάρχουν σημεία που δεν αγαπώ, όπως το πώς συχνά τον βλέπω να ακουμπάει τον εαυτό του γύρω από τις αναμνήσεις άλλων, αλλά τον καταλαβαίνω. Ακόμα και εάν είναι κάτι ναρκισσιστικό, συχνά δεν βλέπουμε τους άλλους, αλλά ποιοι είμαστε μαζί τους. Ερωτευόμαστε το πώς μας βλέπουμε και πως μας προσφέρεται να υπάρχουμε γύρω τους, συχνά αδιαφορούμε για την δικιά τους πραγματικότητα. Πως θα μπορούσε ο Édouard Louis να ζωντανέψει την Μονίκ και την πορεία της, εάν όχι μέσα από τα παιδικά του μάτια μέχρι το σήμερα; Ίσως να έχει ανάγκη να ακουμπήσει τον θυμό μέσα του για εκείνη, πριν την θυμηθεί στο τότε. Ίσως δεν γίνεται να γράψουμε για την ζωή κάποιου άλλου, χωρίς να γράψουμε για εμάς.
Όπως και να έχει, ο Édouard Louis είναι αυτό το φρέσκο της γενιάς μας, είναι δημιούργημα όλων μας και μπράβο μας. Μας αξίζει ένα μπράβο για τον χώρο που επιτέλους υπάρχει για όλους μας. Στο «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» μίλησε για ταξικό μίσος, σε αυτό για μια φεμινιστική πορεία. Το ξέραμε πως γράφει πολιτικά, μιας και τα πάντα είναι πολιτική.
Μέσα από αυτά φαίνεται πως είμαστε μια γενιά που είδε τον πόνο λίγο πιο τρυφερά από την προηγούμενη και είμαι βέβαιη πως η επόμενη φουρνιά θα είναι πιο σχηματισμένη και συναισθηματικά γενναιόδωρη από εμάς. Συγκίνηση για την ουσία του πράγματος.





































Leave a Reply