Αυτό το βιβλίο πόζαρε στον Σηκουάνα, στο τρένο από Παρίσι για Ρουέν. Διαβάστηκε εκεί λίγο, θα ήταν δεν θα ήταν τριάντα ή σαράντα σελίδες. Μετά διαβάστηκε πιο γενναία στα παπλώματα ενός Ρώσου στην Ρουέν, με ένα γλειφιτζούρι κοκα κολα, δώρο από ένα εστιατόριο (εξαιρετική κίνηση). Μετά λίγο ακόμα στην πτήση Παρίσι Αθήνα και κάπου μεταξύ Μαρούσι και Παιανία τελείωσε, με δάκρυα στα μάτια, πριν τις εννιά το πρωί.
Κανονικά, θα έπρεπε να διαβαστεί σε ένα απόγευμα- με μια ανάσα. Εφόσον δεν υπάρχει ούτε μια τελεία, ένα ερωτικό, ένα θαυμαστικό. Μια αφηγηματική τεχνική που είναι ανοιχτή σε πολλές ερμηνείες, αλλά δεν κάνουμε αυτό εδώ – τουλάχιστον προσπαθούμε. Πως μας φαίνεται που ο χαώδης μονόλογος του Μάρκου Κόνγουεϊ, ενός πολιτικού μηχανικού, μας πιάνει και μας χτυπάει σαν χταπόδια; Άλλες φορές δεν το κάνει όμως. Γιατί ο μονόλογος δεν είναι πληκτικός επειδή είναι μια φωνή. Για την ακρίβεια δεν είναι μια φωνή, είναι πολλές και για την ακρίβεια δεν είναι ούτε καν ένας άνθρωπος. Απλά μια φωνή ακούμε, έναν άνθρωπο βλέπουμε – κάτι που κάποιος ίσως βιώσει μουντά, αλλά ξεκάθαρα υπάρχουν καλειδοσκόπια εδώ.
Μόλις πάει δώδεκα το μεσημέρι, μετά από μια καμπάνα κάπου ίδιες μέρες με αυτές που διανύουμε, ο ήρωας μας παίρνει φωνή και μας αφηγείται την ενδοσκόπηση του, την γυναίκα του, τα παιδιά του, την χώρα του, τους πολιτικούς, τα χρήματα. Μια αφήγηση σχημάτων, όπως ορίζεται από έναν μηχανικό. Ο τελευταίος μηχανικός που γνώρισα είχε λυσσάξει να μου φτιάξει μιας κοσμηματοθήκη και βάλθηκε να μου την περιγράφει ενώ εγώ είχε πάρει ήδη τρεις και σκόπευα να τις συνδυάσω, να ντύσω το ξύλο με βελούδο. Τι βελούδο του έλεγα, τι σχήματα και ξύλο μου απαντούσε. Αυτό μου θύμισε και ο Κόνγουεϊ με την προσπάθεια του να χωρέσει τα πάντα, μέχρι και τον εαυτό του, στο ίδιο σχήμα, όχι με αφέλεια, αλλά με μια ευγενική συμπαντική τάξη.
Συγκινητικό, κάποτε δύσκολο, κάποτε εύκολο, στο ίδιο κανάλι των αγαπημένων Bernhard και Bolaño, ίσως και Krasznahorkai εξαιτίας της επιμονής για απειθαρχία.
«Και για να αλλάξω θέμα, προχώρησες καθόλου με το Kid A
το άκουσα μου άρεσε –νομίζω- εάν και έμοιαζε αρκετά με ξενέρωτο King Crimson»





































Leave a Reply