Την πρώτη φορά που το διάβασα, ήμουν πολύ θυμωμένη – εδώ που τα λέμε, ακόμα είμαι. Το είχε πει και ο Allen, γνωστός μπουρδολόγος «Sylvia Plath. Interesting poetess whose tragic suicide was misinterpreted as romantic by the college-girl mentality». Παράλογο δεν είναι να είναι κανείς θυμωμένος με τον Χιούζ ή να λατρεύει την Πλαθ σαν να τους ήξερε; Δεν ήμασταν στο πάρτι του λογοτεχνικού κύκλου του περιοδικού St. Botolph’s Review, δεν είδαμε να του δαγκώνει το αυτί. Δεν πήγαμε μαζί τους Ισπανία να δούμε όντως την Πλαθ να σπάει από την ωμότητα της ταυρομαχίας, δεν κάναμε βόλτες μαζί τους στο Μπόστον Κόμον, ούτε πικ νικ στον Καμ του Κέμπριτζ, ούτε, όπως φαίνεται κλείσαμε μαζί τους το σπίτι στην Οδό Ιτιάς νούμερο 9. Δεν πήγαμε ούτε στην κηδεία της, όπου φαν της Πλαθ του πετούσαν πέτρες.
Δεν θα τους μάθουμε ποτέ, δεν θα τους καταλάβουμε, δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τίποτα, εκτός από το πώς νιώθουμε όταν διαβάζουμε την ποίησή τους. Την πρώτη φορά που το διάβασα, ήμουν θυμωμένη. Το κρατούσα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου χωρίς καν να κοιτάω την σακούλα Παπασωτηρίου: «Μα όταν τον γνώρισε ήδη κουβαλούσε στην πλάτη της μερικές απόπειρες». «Ναι αλλά», συνεχίζει να μονολογεί το college girl teen mentality, «Ο δεσμός με την Γουέβιλ δεν βοήθησε. Ένα χρόνο μετά τον χωρισμό τους εκείνη αυτοκτονεί. Και άλλα έξι χρόνια μετά, αυτοκτονεί η Γουέβιλ». Φριχτά και ποταπά αυτά τα war zones ε; Δεν οδηγούν ποτέ πουθενά.
Τα “Γράμματα γενεθλίων” είναι μια συγκλονιστική συλλογή ποιημάτων που πλέον με άφησα να την διαβάσω χωρίς την παραφιλολογία της τρελής φαν της Σύλβια (γιατί αυτή ακριβώς είμαι). Πρόκειται για τα ημερολόγια ζωής τους, παραφυσικά, σπαρακτικά και γοτθικά σαν καθολικός ναός. Σκοτεινά και απελπιστικά τρυφερά. Το ότι ο Χιουζ ήταν ταλαντούχος το ήξερα. Τον περιέγραψε η Σύλβια σαν το απόλυτο golden boy, εντός και εκτός πλαισίου. Αλλά εδώ διάβασα κάτι τρομερό που νομίζω με άλλαξε λίγο – ευτυχώς. Κύριες και κύριοι, ο Χιουζ δεν είναι κάποιος που θα μπορούσα να συμπαθήσω (γιατί άλλωστε), αλλά έχω την φριχτή υποψία, πως κάποτε την λάτρεψε την Σύλβια, με κάθε σαιξπηρικό του κύτταρο.
«Δεν θα συνέχιζες με το τραπεζάκι του πνευματισμού. Τίποτα
δεν θα μπορούσα να σκεφτώ που να εξηγεί
την έκπληξη και το κλάμα σου. Εκτός,
ίσως, αν είχες πιάσει κάποιον ψίθυρο που δεν άκουγα,
πριν το ποτήρι μας κινηθεί, κάποια ακίνητη, γαλήνια φωνή:
‘Η δόξα θα’ ρθει. Δόξα ειδικά για σένα.
Η δόξα δεν μπορεί να αποφευχθεί. Κι όταν φθάσει
θα έχεις πληρώσει γι’ αυτήν με την ευτυχία σου,
τον σύζυγό σου και την ζωή σου’».





































Leave a Reply