Ενώ μου αρέσει πολύ να διαβάζω για λογοτεχνικά κινήματα και επιρροές και μετά να γράφω για αυτά, δεν νομίζω πως έχει νόημα να κάνω αυτό στην περίπτωση του Κάρβερ. Εδώ έγινε κάτι διαφορετικό.
Τα Χριστούγεννα λοιπόν του 20, αποφάσισα να ξοδέψω λεφτά που θα χρειαζόμουν για λογαριασμούς, σε βιβλία. Και όταν λέω πως το αποφάσισα, δεν εννοώ πως κάθισα και σκέφτηκα κάτι. Εννοώ πως όταν έφτασα στο ταμείο, αγκαλιά με 7-8 βιβλία που δεν μπορούσα να αφήσω και με ρώτησε η κοπέλα εάν αποφάσισα ποια, είπα «ΟΛΑ», κάπως πεινασμένα. Γιατί 1 είχα τα λεφτά, ήταν δικά μου, ποιος θα με εμπόδιζε, 2 ήταν Χριστούγεννα και 3 τέλος πάντων τόσο καταλάβαινα, τόσο έκανα. Για τον Κάρβερ ήμουν ανάμεσα σε δυο και η κοπέλα, μου είπε, τον Ελέφαντα τον έγραψε στην φάση αλκοολισμού του. Πήρα λοιπόν τον Ελέφαντα.
Ξεκίνησα με προσδοκίες και στην πορεία έπεσα. Στο πήγαινε – έλα της δουλειάς διάβαζα και έβλεπα τον βρώμικο ρεαλισμό του Μπουκόφσκι χωρίς το σεξ. Δηλαδή χωρίς αυτό που μου ήταν γνώριμο. Προσπαθούσα να καταλάβω «άρα αυτό είναι. Γράφει μίνιμαλ».
Κάπου ύπουλα όμως χτύπησε. Έτσι είναι το μίνιμαλ άλλωστε, χτυπάει εκεί που δεν το περιμένεις. Διάβασα την ιστορία Ελέφαντας και ανάμεσα στο γέλιο και την θλίψη, σκέφτηκα πως πρέπει να το διαβάσει ο πατέρας μου. Θα του άρεσε πολύ. Ωστόσο ο πατέρας δεν διαβάζει, θα μου το γυρνούσε πίσω. Μετά από προσπάθειες που έπεσαν στο κενό, αποφάσισα να με ηχογραφήσω. Δεν ξέρω εάν η φωνή μου είναι κατάλληλη για κάτι τέτοιο, αλλά αυτό έγινε. Πολλές πρόβες, πολλά σαρδάμ, πολλά νεύρα. Ωστόσο κάποτε έγινε. 38 λεπτά και 19 δευτερόλεπτα. Όταν πήγα ο πατέρας κουκουλωμένος έβλεπε μπάσκετ με ακουστικά, αλλά ήθελε να το ακούσει η μητέρα και με έβαλε να το ακούσουμε μαζί (φριχτό να ακούς την φωνή σου). Γέλαγε και στεναχωριόταν. Να τα, τα «χαχα» και τα «α, ω καημένος». Εγώ γέλαγα, όχι για την ιστορία, αυτή πια την ξέρω απέξω. Αλλά που ο Κάρβερ κατάφερε αυτό.
Αργά το βράδυ ήρθε μήνυμα από τον πατέρα «Φέρε μου αύριο το βιβλίο, θα το διαβάσω, τον Ελέφαντα. Το Σαββατοκύριακο».





































Leave a Reply