This Book Killed me

Tiny Book Reviews by Rena Luna


Επί σκοπώ πλουτισμού – Ελισάβετ Χρονοπούλου

«Θα πεις, περηφανεύεσαι; Όχι. Εξιστορώ. Σου λέω πώς έγιναν τα πράγματα.»

Το Επί σκοπώ πλουτισμού φαίνεται να είναι ένα υβριδικό μυθιστόρημα μεταξύ λογοτεχνίας και ιστορίας για τον δωσιλογισμό, αλλά καταλήγει ως μια αφήγηση για τη μεταθανάτια ζωή της βίας και τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν κατοικεί μέσα μας, ακόμα κι εάν πιστεύουμε πως δεν μας αφορά.

Με αφετηρία ένα σχεδόν κινηματογραφικό εύρημα (ένα τηλεφώνημα από νοσοκομείο, μια παράξενη διαθήκη, ένα σπίτι γεμάτο τεκμήρια μιας ξένης ζωής) η Χ. δημιουργεί τον αμήχανο Γιώργο, ο οποίος ενώ αρχικά φαίνεται λίγο σαν κατασκεύασμα πρόφασης για την κυρίως αφήγηση, αρχίζει και μας… μοιάζει. Το κενό και η άγνοιά του, φέρνει κάτι από το σύγχρονο μη προσανατολισμένο μέτωπο που ανάμεσα στις γενιές ακροβατεί ανάμεσα στο «ξέχασα» και «δεν έμαθα». Μεγαλόψυχα ο ήρωας είναι γεμάτος περιέργεια, το βασικότερο συστατικό: μνήμη, ανάλυση, κατανόηση, δράση.

Ξεκινάμε από τη μνήμη. Η Χ. λοιπόν στήνει μια αφήγηση όπου η ιστορική έρευνα συναντά τη μυθοπλασία, όχι για να «αναπαραστήσει» την Ιστορία, αλλά για να εξετάσει πώς αυτή μετατρέπεται σε κληρονομιά, τραύμα και ηθικό βάρος. Ο ήρωάς της φαίνεται να «μπαίνει» μέσα στην αφήγηση και το χέρι του προσπαθεί να πιάσει το παρελθόν. Έχει διάθεση να κοιταχτεί γυμνός στον καθρέφτη και να αναρωτηθεί για την κληρονομιά του.

Αλλά βιαζόμαστε, όπως λέει και ο κύριος Σαρίκας.

Ο Γιώργος Ασλανίδης, λοιπόν, δεν αναζητά καμία αλήθεια· αντιθέτως, μοιάζει παιδί της λήθης. Η ζωή του διακόπτεται απότομα όταν καλείται να παραλάβει την κληρονομιά ενός άγνωστου ηλικιωμένου, του Δημοσθένη Σαρίκα. Αυτό που αρχίζει ως μια μυστηριώδης ιστορία κληρονομιάς μετατρέπεται σταδιακά σε κατάβαση μέσα σ’ ένα οικογενειακό και συλλογικό υπόγειο. Ο Γιώργος ανακαλύπτει πως ο παππούς του υπήρξε μέλος της Ειδικής Ασφάλειας και συνεργάτης των ναζί, ένας άνθρωπος που συμμετείχε σε βασανισμούς και εκβιασμούς «επί σκοπώ πλουτισμού» – δηλαδή έρχεται αντιμέτωπος με μια αποκάλυψη «υπαρξιακή ρωγμή».

«Και πράγματι έζεχνε ο τόπος μέσα στην αίθουσα του Πρωτοδικείου, σου κοβόταν η ανάσα. Μια οσμή ανυπόφορη. Δυσώδη την είπε εκείνος ο μάρτυρας. Η δυσώδης οσμή της ηθικής σήψεως που θα κατακλύσει, λέει, ολόκληρον την κοινωνίαν, αν αυτή δεν αποκαθαρθεί από τα σεσηπότα μέλη της.»

Η Χ. δημιουργεί έναν ήρωα που καταλαβαίνει πως δεν «καλείται» να κάνει κάτι. Μπορεί για αρχή να μείνει εκεί που είναι και να πενθήσει μια σειρά από «υλικά» που δημιούργησαν την χώρα που έχουμε στα χέρια μας. Πόσο περήφανη είναι; Εάν η Ιστορία δεν αντιμετωπιστεί ως νεκρό αρχείο των ΓΑΚ, αλλά ως ενεργό σώμα που συνεχίζει να παράγει συνέπειες, τότε η υπαρξιακή ρωγμή, ευτυχώς, ανοίγει παραπάνω.

Μάλιστα, η φράση «Μην τα σκαλίζεις», που επανέρχεται μέσα στο μυθιστόρημα σαν οικογενειακή εντολή, συμπυκνώνει ακριβώς αυτή τη μεταπολεμική ελληνική συνθήκη: τη συστηματική απώθηση, τη σιωπή ως μέσο επιβίωσης, αλλά και ως μέσο συγκάλυψης. Το βιβλίο επιμένει πως τίποτα δεν εξαφανίζεται πραγματικά επειδή δεν μιλάμε γι’ αυτό. Είμαστε μια μικρή διαδρομή μακριά απ’ ότι αρχείο έχει διασωθεί, προκειμένου να θυμηθούμε κάτι που δεν ζήσαμε, αλλά οι νηπιακές μας μνήμες έχουν ποτίσει τα αντανακλαστικά μέσα μας, λέξεις όπως «πείνα» και «προδότες», με την χαρακτηριστική άρθρωση του προγόνου μας. Μια υπόγεια, φασματική διάσταση υψώνεται: ζητούν οι νεκροί δικαιοσύνη μέσα από τους ζωντανούς; Σάμπως και μετράει λιγότερο εάν δεν είναι φαντάσματα, αλλά το χτίσιμο μιας συνείδησης μέσα από τη βιολογική διάσταση της υψηλής αίσθησης δικαιοσύνης που θα μπορούσε να καταλαμβάνει κάθε ον;

Η Χ. επισκέπτεται και αξιοποιεί εκτενώς αρχειακό υλικό από τις δίκες των δωσιλόγων και ενσωματώνει στην αφήγηση πρακτικά δικαστηρίων, μαρτυρίες και έγγραφα. Ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η τεκμηρίωση δεν λειτουργεί επιδεικτικά, ούτε μετατρέπει το μυθιστόρημα σε ιστορική πραγματεία, αντίθετα, η αλήθεια των ντοκουμέντων έρχεται να ενισχύσει τη (πολύ συγκινητική) συναισθηματική και ηθική ένταση της μυθοπλασίας. Το ότι οι σκηνές βίας δεν παρουσιάζονται για να σοκάρουν, αλλά με σχεδόν κλινική καθαρότητα, τις καθιστά ακόμη πιο οδυνηρές, κι έτσι χτίζονται οι λεγόμενες γέφυρες με το παρελθόν και ο σύγχρονος αναγνώστης νιώθει δίπλα του την 17χρονη Αμαλία Σαρίκα. Πόσο τυχαίο είναι πως ήταν 17 ετών, στεκόταν με την αντίσταση, έγραφε ποιήματα; Ως σύμβολο, αποκαλύπτει έναν ξεκάθαρο στόχο. Η φρίκη φουντώνει, όταν ο αναγνώστης συνειδητοποιεί πως μέσα από τις λέξεις, «δένεται» με μια κοπέλα υπαρκτή-ανύπαρκτη, η οποία ήταν μέρος του γιγάντιου όλου που κινδυνεύει να γραφτεί από πάνω, λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική στροφή προς τη δεξιά.

Ακόμα, το μυθιστόρημα δεν εγκλωβίζεται σε μια απλοϊκή ηθική διαίρεση ανάμεσα σε «καλούς» και «κακούς», παρότι η θέση του απέναντι στον δωσιλογισμό είναι σαφής, η Χ. φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο να κατανοήσει τον μηχανισμό της ηθικής κατάρρευσης παρά να κατασκευάσει τέρατα. Το ερώτημα που διατρέχει το βιβλίο είναι το γνωστό αλλά και σημαντικότερο: πώς οι καθημερινοί άνθρωποι γίνονται ικανοί για ακραία βία όταν το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο το επιτρέπει ή το επιβραβεύει; Έτσι, το Επί σκοπώ πλουτισμού μιλά για τη διαχρονική ανθρώπινη δυνατότητα του αμοραλισμού και για την ευκολία με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να μετατρέψει τον πόνο του άλλου σε προσωπικό όφελος.

«Δέν γνωρίζω ἐάν αὐτοί πού ἐστρατολόγησαν τόν κατηγορούμενον εἶχον σκοπόν τήν δίωξιν τῶν κομμουνιστῶν, γνωρίζω ὅμως ὅτι ὁ δικός του σκοπός ἦτο ὁ πλουτισμός καί μόνον. Ἐπί σκοπῷ πλουτισμοῦ συνελήφθην καί ἐκρατήθην ἐγώ, ἐπί σκοπῷ πλουτισμοῦ ἐμαρτύρησε καί ἐδολοφονήθη ἡ Ἀμαλία Σαρίκα, εἰς τά δεκαεπτά της χρόνια.»



Leave a Reply

About

A flâneuse who in the morning
drinks tea
In the night wine
Who lives with two kittens
and writes tiny book reviews

☾

Tea, urban gardening, sketching, wine, chocolate, suffering from migraines, strong believer of hot baths solving problems, smashing the patriarchy

☾

Literature soothes my 4:00 am existential angst.

“Can you understand? Someone, somewhere, can you understand me a little, love me a little? For all my despair, for all my ideals, for all that – I love life. But it is hard, and I have so much – so very much to learn.”
— Sylvia Plath

CURRENTLY READING

18th Century (3) 19th Century (26) 20th Century (146) 21th Century (135) Agra (22) Aiolos (4) Aldina (13) American Lit (48) American non fiction (8) Antipodes (27) Argentine Lit (3) Austrian Lit (7) Austrian non fiction (3) autobiography (8) Chilean Lit (2) Collective (2) Czech Lit (2) Dimitris Tanoudis (3) Dioptra (3) Doma (8) English Lit (18) English non fiction (5) English Poetry (3) Erato (3) Estia (10) Feminism (13) Franz Kafka (2) French Lit (35) French non fiction (17) German Lit (16) Govostis (2) Greek Lit (50) Greek non fiction (6) Greek poetry (15) Gustave Flaubert (2) Gutenberg (16) Heinrich Böll (2) Herman Melville (2) Ikaros (8) illustrators (2) Indiktos (3) Irish Lit (3) Israeli non fiction (2) Italian Lit (18) Japanese Lit (6) Jewish Lit (3) John Williams (4) Kastaniotis (9) Kedros (8) Kichli (9) Kleidarithmos (4) Kritiki (5) Letters (15) LGBTQ (19) Loggia (5) loveletters (10) Luigi Pirandello (3) Melani (5) Metaixmio (16) Mov Skiouros (16) Niketas Siniossoglou (3) non fiction (34) Okto (3) Orbis Literæ (2) Papadopoulos (2) Patakis (11) Penguin (2) philosophy (5) Plethron (4) Poetry (17) Polis (5) Polish literature (2) Potamos (5) Printa-Roes (6) psychology (6) Rachel Cusk (2) Rainer Maria Rilke (3) read 2021 (48) read 2022 (57) read 2023 (56) read 2024 (59) read 2025 (42) read 2026 (34) Roes (3) Roland Barthes (3) Russian Lit (12) Scottish Lit (2) Spanish Lit (4) Stereoma (3) Thraka (7) Topos (2) Topovoros (2) Vintage (6) Virginia Woolf (4) Vladimir Nabokov (3) William Faulkner (2) Women Writers (106) Ypsilon (3) Zacharopoulos (2) Édouard Louis (3)


“What am I doing here in this endless winter?”

— Franz Kafka 

← Back

Thank you for your response. ✨

CONTACT ME ♥︎

Love letters and hate mail to:
✉ renaluna006@gmail.com
V