Χρόνια πριν, διάβασα γρήγορα το Πέμπτο παιδί, και έτσι αποφάσισα να πάρω ένα ακόμα βιβλίο της Βρετανίδας Λέσινγκ. Έτσι, για πολλά χρόνια, οι 750 σελίδες από το Χρυσό Σημειωματάριο έπιαναν χώρο, μέχρι που πριν μερικούς μήνες ενώ αναζητούσα επιστολές και ημερολόγια λογοτεχνικού και πραγματικού τύπου, αναγκάστηκα να το αντιμετωπίσω.
Ευτυχώς!
Στο κέντρο των αφηγήσεων κρύβεται και φανερώνεται η Άννα Βουλφ, μια χωρισμένη μητέρα και συγγραφέας, η οποία παλεύει ενάντια στο συγγραφικό της μπλοκ, στο Λονδίνο της δεκαετίας του ’50. Από φόβο μήπως τρελαθεί, καταγράφει τις σκέψεις της σε τέσσερα χρωματιστά σημειωματάρια: Στο μαύρο καταγράφει τη συγγραφική της ζωή, στο κόκκινο τις πολιτικές της πεποιθήσεις, στο κίτρινο τη συναισθηματική της ζωή και στο μπλε τα καθημερινά γεγονότα. Το πέμπτο σημειωματάριο, το χρυσό, ενώνει όλα όσα έχει αναγκαστεί να διασπάσει.
Είχα κρατήσει άπειρες σημειώσεις για όταν θα σας έγραφα και τώρα που με έπιασε να το κάνω, δεν τις έχω μαζί μου. – Καλύτερα. Ας δούμε τι μου έμεινε όντως.
Περί διάσπασης: τα πολλά διαφορετικά μέρη, ενώ εξυπηρετούν την Άννα Βουλφ τυραννούν και δυσκολεύουν τον αναγνώστη, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια βιώνει μια ανησυχία πως κάτι θα χάσει μιας και πριν προλάβει να αντιμετωπίσει και συλλέξει τα στοιχεία της εσωτερικής αφηγήτριάς του, του συστήνονται λογοτεχνικά άλτερ ίγκο της ίδιας, η οποία επιχειρεί να διαπραγματευτεί εκ νέου τη σχέση που έχει με τη συγγραφή. Όσο η Λέσινγκ εφευρίσκει τη Βουλφ και η Βουφ άλλες γυναίκες, όλες συγγραφείς, όλες με συγγραφικό μπλοκ και απογοήτευση, τόσο αναρωτιόμουν εάν με έχει φανταστεί κάποια από αυτές, παρά το ότι δεν έχω (ακόμα) μπλοκ, και μήπως η Λέσινγκ ήταν ιδιαίτερα διορατική, χτίζοντας ένα πνευματικό και ηθικό κλίμα της δεκαετίας του 1950, που θυμίζει σε πολλά τον σημερινό κόσμο, όπου η κοινωνία βρίσκεται στα πρόθυρα μιας υποτιθέμενης – επερχόμενης αλλαγής.
Η Άννα Βουλφ είναι πραγματική, ελαττωματική και αντιφατική. Ο κατακερματισμένος της εαυτός συνθέτει την ανησυχία για έλλειψη ατομικής συνείδησης και ευαισθησίας, την απογοήτευση για το τέλος του κομμουνιστικού ονείρου, πικρές σάτιρες και κωμωδίες για τους λογοτέχνες του Λονδίνου αλλά και τους παραγωγούς κινηματογράφου και τηλεόρασης.
Όταν διάβαζα τόσα πολλά και ειλικρινή σχόλια για το σεξ, σχετικά με τη γυναικεία επιθυμία και την ανδρική συμπεριφορά, τόσο καταλάβαινα γιατί θεωρείται φεμινιστικό. Δεν το ξέρετε, Λέσινγκ, πώς φεμινίστρια θεωρείται όποια μιλάει με ειλικρινά για τη ζωή της; Η Άννα Βουλφ φτιάχνει την Έλλα και τον Πωλ, και όταν η φίλη της Έλλας τη ρωτάει γιατί συνεχίζει να τον συναντάει, ενώ δεν την ικανοποιεί σεξουαλικά, η Έλλα απαντάει πως τον ικανοποιεί εκείνη και αυτό τη γεμίζει ευτυχία. Μάλιστα, το πώς οι σκηνές της κρεβατοκάμαρας περιγράφονται, δίνουν ένα άριστο δείγμα εσωτερικής αφήγησης, ως ένα ισότιμο ψυχογράφημα και των δύο, μέσα από τα ευφυή μάτια της της Έλλας, η οποία μπορεί να «δει» πολύ καθαρά τον εαυτό της αλλά και τον Πωλ.
Τον ρωτάει: «Θες να με ξαναδείς;», «Εάν θέλω λέει!», της απαντάει και έτσι γίνεται κατανοητό πως η Βουλφ έχει φτιάξει μια μινιατούρα της χάρτινης ζωής της (μιας και η ίδια είναι λογοτεχνικός ήρωας) όπου η Λέσινγκ μένει κρυμμένη πίσω από το καλειδοσκόπιο των «ελεύθερων γυναικών», όπου όλες είναι διαφορετικές, αλλά όλες αυτοπαρατηρούνται, αξιολογούν με διαφάνεια τους άντρες δίπλα τους, είναι πολιτικά δυσαρεστημένες και αναζητούν με φόβο τις μεγαλύτερες (και σκληρότερες) αλήθειες για τον εαυτό τους.
Αυτές τις ημέρες με απασχολεί το πιο παράλογο πράγμα: Κάθε φορά που κάποιος μου ζητάει να του προτείνω ένα βιβλίο, με κυριεύει ένας δυσανάλογος, αδικαιολόγητος θυμός. Στην προσπάθειά μου να βρω αυτή τη σκληρή και μεγάλη αλήθεια για αυτό το ζήτημα, αναγκάστηκα να χωρίσω σε μέρη τις σκέψεις μου: η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό, αφορούσε έναν ιδιαίτερα μακρινό εαυτό, ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την προ εφηβεία, όταν ήξερα πως μου αρέσει το διάβασμα επειδή κάποια βιβλία με βάπτισαν προς την ταυτότητα του αναγνώστη, αλλά δεν είχα ανθρώπους να με καθοδηγήσουν, συνεπώς κατέληγα να μαζεύω χρήματα και να τα χαλάω σε τυχαία βιβλία (ακόμα δεν είχα καταλάβει πως θα ήταν καλύτερο να αναζητήσω άλλα βιβλία των ιδίων συγγραφέων που με είχαν μαγέψει). Έτσι λοιπόν, επέλεγα βιβλία από τα εξώφυλλα, από το οπισθόφυλλο (ντρεπόμουν να κάτσω να διαβάσω τις πρώτες σελίδες) κι έτσι πέρασε αρκετός καιρός όπου εξοικειώθηκα κι έκανα ειρήνη με την πραγματικότητα του αναγνώστη. Μήπως λοιπόν, κάπου μέσα μου ζηλεύω, που ενώ τότε βασανίστηκα, σήμερα ένα τέτοιο ζήτημα αντιμετωπίζεται με τόση ευκολία (άμεση σύνδεση με πωλήσεις/κέρδος);
Από την άλλη, υπάρχει μια υπερπληθώρα προτάσεων ανάγνωσης. Συχνά προτιμάμε να μας λένε τι να διαβάσουμε, υποτιμώντας πόσο λίγο χρόνο έχουμε ζωντανοί –ακόμα λιγότερο ως αναγνώστες. Συνεπώς, το μόνο που έχει να κάνει κανείς για να γεμίσει από «σωστές» για τον ίδιο προτάσεις ανάγνωσης είναι να εμπιστευτεί τον αγαπημένο του εκδοτικό οίκο, το αγαπημένο του site, ή κάποιον φίλο αναγνώστη, που ήδη ξέρει πως μοιράζονται κοινό γούστο.
Το Χρυσό σημειωματάριο αυτής της ταπεινής αναζήτησης, ολοκληρώνεται όταν ακούω τη λέξη «αξίζει;», δίνοντας μια κοινή -πανομοιότυπη- αίσθηση σε μια μοναδική αναγνωστική εμπειρία. Υποθέτω πως αποφασίζουμε πως αξίζει το ατελείωτο doom scrolling ή τα παιχνίδια στο κινητό όπου ενώνουμε σε ζεύγη τουβλάκια ιδίου χρώματος, αλλά ο χρόνος μπροστά από ένα βιβλίο είναι που φοβόμαστε πως «χαραμίζουμε»; Ο καλός αναγνώστης, ή μάλλον σκέτο «ο αναγνώστης», το γνωρίζει καλά, πως θα διαβάσει πολλά βιβλία που «δεν αξίζουν». Καταλήγοντας, ο αναγνώστης, κάποιες φορές δυστυχισμένο πλάσμα ανάμεσα σε «αξίζει» / «δεν αξίζει», καθώς έχει να αντιμετωπίσει την υποκριτική ερώτηση: «τι θα μου πρότεινες να διαβάσω;» χρησιμοποιώντας την ως δούρειο ίππο συμπάθειας, συχνά με δεύτερους, αόρατους σκοπούς, κάτι που εκτιμάει και σέβεται απεριόριστα.
Όλοι οι κατακερματισμένοι εαυτοί ενώνονται, στο πού αποσκοπούσε αυτό το μακροσκελές β΄μέρος: Στο ότι, όποιος μου ξανά ζητήσει να του προτείνω ένα βιβλίο, λες κι ένα βιβλιο θα τους ικανοποιούσε όλους (!), θα προτείνω το Χρυσό Ημερολόγιο, κυρίως γιατί εκτίμησα την πρόθεση-προσπάθεια και επιτυχία της Λέσινγκ να κάνει τα εύκολα – δύσκολα, αλλά και γιατί θυμίζει πως ένα ογκώδες υβρίδιο ρεαλισμού, απομνημονευμάτων, σεξ, ανησυχίας για τη διαφθορά μιας κοινωνίας και πολιτικής ταυτότητας, συνθέτουν την πολύπλοκη ανθρώπινη εμπειρία.
Χρόνια πριν, διάβασα γρήγορα το Πέμπτο παιδί, και έτσι αποφάσισα να πάρω ένα ακόμα βιβλίο της Βρετανίδας Λέσινγκ. Έτσι, για πολλά χρόνια, οι 750 σελίδες από το Χρυσό Σημειωματάριο έπιαναν χώρο, μέχρι που πριν μερικούς μήνες ενώ αναζητούσα επιστολές και ημερολόγια λογοτεχνικού και πραγματικού τύπου, αναγκάστηκα να το αντιμετωπίσω. Ευτυχώς!
Στο κέντρο των αφηγήσεων κρύβεται και φανερώνεται η Άννα Βουλφ, μια χωρισμένη μητέρα και συγγραφέας, η οποία παλεύει ενάντια στο συγγραφικό της μπλοκ, στο Λονδίνο της δεκαετίας του ’50. Από φόβο μήπως τρελαθεί, καταγράφει τις σκέψεις της σε τέσσερα χρωματιστά σημειωματάρια: Στο μαύρο καταγράφει τη συγγραφική της ζωή, στο κόκκινο τις πολιτικές της πεποιθήσεις, στο κίτρινο τη συναισθηματική της ζωή και στο μπλε τα καθημερινά γεγονότα. Το πέμπτο σημειωματάριο, το χρυσό, ενώνει όλα όσα έχει αναγκαστεί να διασπάσει.
Είχα κρατήσει άπειρες σημειώσεις για όταν θα σας έγραφα και τώρα που με έπιασε να το κάνω, δεν τις έχω μαζί μου. – Καλύτερα. Ας δούμε τι μου έμεινε όντως.
Περί διάσπασης: τα πολλά διαφορετικά μέρη, ενώ εξυπηρετούν την Άννα Βουλφ τυραννούν και δυσκολεύουν τον αναγνώστη, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια βιώνει μια ανησυχία πως κάτι θα χάσει μιας και πριν προλάβει να αντιμετωπίσει και συλλέξει τα στοιχεία της εσωτερικής αφηγήτριάς του, του συστήνονται λογοτεχνικά άλτερ ίγκο της ίδιας, η οποία επιχειρεί να διαπραγματευτεί εκ νέου τη σχέση που έχει με τη συγγραφή. Όσο η Λέσινγκ εφευρίσκει τη Βουλφ και η Βουφ άλλες γυναίκες, όλες συγγραφείς, όλες με συγγραφικό μπλοκ και απογοήτευση, τόσο αναρωτιόμουν εάν με έχει φανταστεί κάποια από αυτές, παρά το ότι δεν έχω (ακόμα) μπλοκ, και μήπως η Λέσινγκ ήταν ιδιαίτερα διορατική, χτίζοντας ένα πνευματικό και ηθικό κλίμα της δεκαετίας του 1950, που θυμίζει σε πολλά τον σημερινό κόσμο, όπου η κοινωνία βρίσκεται στα πρόθυρα μιας υποτιθέμενης – επερχόμενης αλλαγής.
Η Άννα Βουλφ είναι πραγματική, ελαττωματική και αντιφατική. Ο κατακερματισμένος της εαυτός συνθέτει την ανησυχία για έλλειψη ατομικής συνείδησης και ευαισθησίας, την απογοήτευση για το τέλος του κομμουνιστικού ονείρου, πικρές σάτιρες και κωμωδίες για τους λογοτέχνες του Λονδίνου αλλά και τους παραγωγούς κινηματογράφου και τηλεόρασης.
Όταν διάβαζα τόσα πολλά και ειλικρινή σχόλια για το σεξ, σχετικά με τη γυναικεία επιθυμία και την ανδρική συμπεριφορά, τόσο καταλάβαινα γιατί θεωρείται φεμινιστικό. Δεν το ξέρετε, Λέσινγκ, πώς φεμινίστρια θεωρείται όποια μιλάει για ειλικρινά για τη ζωή της; Η Άννα Βουλφ φτιάχνει την Έλλα και τον Πωλ, και όταν η φίλη της Έλλας τη ρωτάει γιατί συνεχίζει να τον συναντάει, ενώ δεν την ικανοποιεί σεξουαλικά, η Έλλα απαντάει πως τον ικανοποιεί εκείνη και αυτό τη γεμίζει ευτυχία. Μάλιστα, το πώς οι σκηνές τις κρεβατοκάμαρας περιγράφονται, δίνουν ένα άριστο δείγμα εσωτερικής αφήγησης, ως ένα ισότιμο ψυχογράφημα και των δύο, μέσα από τα ευφυή μάτια της της Έλλας, η οποία μπορεί να «δει» πολύ καθαρά τον εαυτό της αλλά και τον Πωλ. Τον ρωτάει: «Θες να με ξαναδείς;», «Εάν θέλω λέει!», της απαντάει και έτσι γίνεται κατανοητό πως η Βουλφ έχει φτιάξει μια μινιατούρα της χάρτινης ζωής της (μιας και η ίδια είναι λογοτεχνικός ήρωας) όπου η Λέσινγκ μένει κρυμμένη πίσω από το καλειδοσκόπιο των «ελεύθερων γυναικών», όπου όλες είναι διαφορετικές, αλλά όλες αυτοπαρατηρούνται, αξιολογούν με διαφάνεια τους άντρες δίπλα τους, είναι πολιτικά δυσαρεστημένες και αναζητούν με φόβο τις μεγαλύτερες (και σκληρότερες) αλήθειες για τον εαυτό τους.
Αυτές τις ημέρες με απασχολεί το πιο παράλογο πράγμα: Κάθε φορά που κάποιος μου ζητάει να του προτείνω ένα βιβλίο με κυριεύει ένας δυσανάλογος, αδικαιολόγητος θυμός. Στην προσπάθειά μου να βρω αυτή τη σκληρή και μεγάλη αλήθεια για αυτό το ζήτημα, αναγκάστηκα να χωρίσω σε μέρη τις σκέψεις μου: η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό, αφορούσε έναν ιδιαίτερα μακρινό εαυτό, ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την προ εφηβεία, όταν ήξερα πως μου αρέσει το διάβασμα επειδή κάποια βιβλία με βάπτισαν προς την ταυτότητα του αναγνώστη, αλλά δεν είχα ανθρώπους να με καθοδηγήσουν, συνεπώς κατέληγα να μαζεύω χρήματα και να τα χαλάω σε τυχαία βιβλία (ακόμα δεν είχα καταλάβει πως θα ήταν καλύτερο να αναζητήσω άλλα βιβλία των ιδίων συγγραφέων που με είχαν μαγέψει). Έτσι λοιπόν, επέλεγα βιβλία από τα εξώφυλλα, από το οπισθόφυλλο (ντρεπόμουν να κάτσω να διαβάσω τις πρώτες σελίδες) κι έτσι πέρασε αρκετός καιρός όπου εξοικειώθηκα κι έκανα ειρήνη με την πραγματικότητα του αναγνώστη. Μήπως λοιπόν, κάπου μέσα μου ζηλεύω, που ενώ τότε βασανίστηκα, σήμερα ένα τέτοιο ζήτημα αντιμετωπίζεται με τόση ευκολία;
Από την άλλη, υπάρχει μια υπερπληθώρα προτάσεων ανάγνωσης. Συχνά προτιμάμε να μας λένε τι να διαβάσουμε, υποτιμώντας πόσο λίγο χρόνο έχουμε ζωντανοί –ακόμα λιγότερο ως αναγνώστες. Συνεπώς, το μόνο που έχει να κάνει κανείς για να γεμίσει από «σωστές» για τον ίδιο προτάσεις ανάγνωσης είναι να εμπιστευτεί τον αγαπημένο του εκδοτικό οίκο, το αγαπημένο του site, ή κάποιον φίλο αναγνώστη, που ήδη ξέρει πως μοιράζονται κοινό γούστο.
Το Χρυσό σημειωματάριο αυτής της ταπεινής αναζήτησης, ολοκληρώνεται όταν ακούω τη λέξη «αξίζει;», δίνοντας μια κοινή -πανομοιότυπη- αίσθηση σε μια μοναδική αναγνωστική εμπειρία. Υποθέτω πως αποφασίζουμε πως αξίζει το ατελείωτο doom scrolling ή τα παιχνίδια στο κινητό όπου ενώνουμε σε ζεύγη τουβλάκια ιδίου χρώματος, αλλά ο χρόνος μπροστά από ένα βιβλίο είναι που φοβόμαστε πως «χαραμίζουμε»; Ο καλός αναγνώστης, ή μάλλον σκέτο «ο αναγνώστης», το γνωρίζει καλά, πως θα διαβάσει πολλά βιβλία που «δεν αξίζουν». Καταλήγοντας, ο αναγνώστης, κάποιες φορές δυστυχισμένο πλάσμα ανάμεσα σε «αξίζει» / «δεν αξίζει», έχει να αντιμετωπίσει την υποκριτική ερώτηση: «τι θα μου πρότεινες να διαβάσω;» χρησιμοποιώντας ως δούρειο ίππο συμπάθειας με δεύτερους, αόρατους σκοπούς, κάτι που εκτιμώ και σέβομαι απεριόριστα.
Όλοι οι κατακερματισμένοι εαυτοί ενώνονται, στο πού αποσκοπούσε αυτό το μακροσκελές β΄μέρος; Στο ότι, όποιος μου ξανά ζητήσει να προτείνω ένα βιβλίο, λες κι ένα θα κάνει σε όλους, θα προτείνω το Χρυσό Ημερολόγιο, κυρίως γιατί εκτίμησα την πρόθεση-προσπάθεια και επιτυχία της Λέσινγκ να κάνει τα εύκολα δύσκολα, αλλά και γιατί θυμίζει πως ένα ογκώδες υβρίδιο ρεαλισμού, απομνημονευμάτων, σεξ, ανησυχίας για τη διαφθορά μιας κοινωνίας και πολιτικής, συνθέτουν την πολύπλοκη ανθρώπινη εμπειρία.





































Leave a Reply