“Ο Μιχάλης κατεβαίνοντας από το λεωφορείο είδε μπροστά του να ορθώνεται η ταμπέλα του Χοτέλ Απόλλων, πελώρια κι αντιαισθητική. Άναψε το τσιγάρο του, έβρισε την κακή του την τύχη και τον ξάδερφό του τον Χρήστο, που του ‘χε πει να πιάσει κι αυτός δουλειά στα ξενοδοχεία γιατί έχει εύκολο χρήμα.”
Κατά το 1981, λίγο πριν την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ο σύλλογος «Ελλήνων Ήθος» πραγματοποιεί την ετήσια μάζωξή του στο ξενοδοχείο Απόλλων. Εφοπλιστές βουτηγμένοι σε πολυτελή γεύματα είναι οι πελάτες του ξενοδοχείου, που νοσταλγούν τη χούντα.
Ο συγγραφέας συγκερνά πολιτικό στοχασμό με αφηγηματικούς βιτριολικούς χαρακτηρισμούς, ως μια γιορτινή καταγγελία: ο πλούσιος εκτός από ανόητος εντός της προφυλαγμένης οικογενειογραμμής του («όταν η ζωή σε παραχαϊδεύει γίνεσαι βλάκας»), είναι και βαθύτατα κακός, επιθυμώντας να βλάψει τους άλλους, ευτυχής να τους βλέπει να βασανίζονται να υποφέρουν. Ο Σόιτσερ επενδύει στο καλτ της υπόθεσης, το οποίο σίγουρα το παίρνει πολύ σοβαρά και το διανθίζει με τα κώδικά του ονόματα.
Πρόκειται για ένα συνονθύλευμα από χουντικούς νοσταλγούς, πλοιοκτήτες, στρατιωτικούς και επιχειρηματίες της διαπλοκής, που βλέπουν την επερχόμενη πολιτική αλλαγή ως απειλή σοβιετοποίησης της χώρας. Μέσα σε αυτό το αποκρουστικό σκυλολόι (βρες κάποιον να σε αγαπάει όσο ο Σόιτσερ αγαπάει τη λέξη «σκυλολόι»), στήνεται ένα παράνομο λαθροπάζαρο πολιτιστικών θησαυρών – έργα τέχνης, αρχαιότητες, κοσμήματα – που αλλάζουν χέρια για εκατομμύρια δολάρια.
Το μεγάλο κέρδος είναι η αφοσίωση του Σόιτσερ στους μισητούς χαρακτηρισμούς, το μάθημα ιστορίας εντός κι εκτός ενός κακού ονείρου από το παρελθόν, χωρίς να γίνεται διδακτικός. Μάλιστα, παρά την παιγνιώδη υβριστική διάθεση, παρουσιάζεται ένα ελληνικό καλοκαίρι σκληρό, με το τρομακτικό φολκλόρ του τουρισμού: οι εργαζόμενοι στα ξενοδοχεία περιγράφονται ως (σύγχρονοι) είλωτες, εγκλωβισμένοι σε εξαντλητικές συνθήκες εργασίας, ανασφάλιστοι, χωρίς μέλλον – τι μας θυμίζει;
Η ηρωίδα, μια θαρραλέα δικαστικός που προσποιείται την τουρίστρια, λειτουργεί σαν φάρος ηθικής μέσα στο τοπίο διαφθοράς. Δεν είναι όμως υπεράνθρωπη – κάνει λάθη, παγιδεύεται, και πολλές φορές μοιάζει να τα βάζει με έναν αντίπαλο τερατώδους δύναμης. Η εμπλοκή της Μοσάντ και η παρουσία ενός αξιωματούχου που παρακολουθεί τις εξελίξεις προσθέτουν μια διεθνή διάσταση στην ιστορία, δείχνοντας πως τα δίκτυα εξουσίας και παρανομίας δεν περιορίζονται στα εθνικά σύνορα – ενώ ξεκάθαρα ο Σόιτσερ φαίνεται να βασανίζεται παραπάνω με τους «ρουφιάνους» και «γλείφτες» ομοεθνείς.
Ο Σόιτσερ, μέσα από το σκηνικό της Μεταπολίτευσης δεν χαρίζεται σε κανέναν, πασπατεύοντας τις ρίζες της σημερινής παρακμής: καταγγέλλει την ασυδοσία των πλουσίων, την υποκρισία της άρχουσας τάξης, την εθελοδουλία των πολιτικών και την αδυναμία των θεσμών να προστατεύσουν τον πολίτη, καταλήγοντας στην ανατομία μιας χώρας που δεν έπαψε ποτέ να κουβαλά τα (ντροπιαστικά) φαντάσματα του παρελθόντος της.
“Και θα μου πείτε: Γιατί βρίζεις, ρε μαλακισμένε, γέρο άνθρωπο; Και θα σας πω κι εγώ, shut up and listen.”





































Leave a Reply