Η περίπτωση της Μαλβίνας με έχει προβληματίσει πολύ. Η αρχική μου ιδέα ήταν, ενώ έχω διαβάσει το «Ο άνεμος κουβάρι» του Χαριτόπουλου και ενώ τώρα διάβασα το «Έρωτας και άλλες πολεμικές τέχνες» της Μαλβίνας, να έκανα μερικά ψαξίματα σχετικά με δηλώσεις της και εκπομπές της και να έγραφα ένα κείμενο για φεμινισμό και για μια γυναίκα από το παρελθόν η οποία για κάποιους άφησε εποχή και ήταν εμβληματική, ενώ για άλλους ήταν ανισόρροπη και υπέρ του φασισμού (!). Τελικά η αποστολή μου με φέρνει σε ένα μικρό αδιέξοδο και καταλήγω πως παρά την ανοιχτοσύνη της δεν την έμαθε ποτέ το κοινό της.
Η μπερδεψούρα ανάμεσα στον Μπαρτ, τον Κούντερα, τα τακουνάκια στα αεροδρόμια τα βαριά λαϊκά, τα σνομπ, η Βουγιουκλάκη, η φιλία με την οικιακή βοηθό, τα χύμα, τα μύδια, τα σαλόνια και τα αλώνια προκαλούν πονοκέφαλο, εάν κανείς αποπειραθεί να της ξεσκεπάσει τη γοητεία. Δεν ξέρω καν εάν την έμαθε «πραγματικά» ο Χαριτόπουλος παρά το βιβλίο του που πέρυσι με είχε συγκινήσει πολύ (και σε άλλα σημεία δεν ήταν για εμένα –κρατάω την ομορφιά στην προσπάθεια να τη διασώσει και να την τυλίξει μέσα στις σελίδες πριν του φύγει για τα καλά).
Η Μαλβίνα σε συνεντεύξεις είχε πει πως δεν είναι «με τις φεμινίστριες», ενώ σε πάμπολλα μέσα είχε καταγγείλει σεξισμό, είχε συγκριθεί με συναδέλφους της που της φαίνονταν λίγοι και όλα αυτά κατέληγαν ανάμεσα στην πολιτική και στο προσωπικό ημερολόγιο μιας γυναίκας που φαίνεται να την καίει ένα τραυματισμένο παρελθόν, η επιμονή πως ο έρωτας είναι πόλεμος και αιώνιο καταφύγιο και τέλος… το χιούμορ.
Η ενασχόληση με τη Μαλβίνα περισσότερα ερωτηματικά φέρνει παρά απαντήσεις, γιατί άλλαζε πολύ και γρήγορα. Απαντούσε όχι πάντοτε ακουμπώντας το δομικό Εγώ της, αλλά υπηρετούσε και τη Θεά της Ατάκας. Αλλάζω τον «Θεό» σε «Θεά» όχι απλά για το φεμινιστικό του ζητήματος, αλλά γιατί νομίζω πως ο σεξισμός μας γδύνει και μας ντύνει όπως τους φανεί και η Μαλβίνα δεν καθόταν, προκαλώντας σύγχυση σε όλα τα μέτωπα – και σε εμένα φυσικά. Ως φεμινίστρια δεν θα της ζητούσα να κάνει φεμινιστικό κήρυγμα (ωραία θα ήταν!), αλλά η πατριαρχία της ζήτησε να μην έχει χιούμορ, παρουσιάζοντάς την όχι επικίνδυνα αστεία που ήταν, αλλά ψυχικά ασταθή και συχνά σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία κατέληγε έτσι. Πιστεύω πως σε μεγάλο βαθμό ευθύνονταν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι της εποχής και η επιμονή τους να δείχνουν τις γυναίκες με έναν τρόπο είτε ερωτικό, είτε γραφικό, προκειμένου να πείσουν (και πάντα τα καταφέρουν) την κοινή γνώμη, πως αυτές είναι οι προθέσεις της εκάστοτε γυναίκας που μιλάει. Μιλάει, αλλά δεν έχουμε ιδέα τι λέει. Ο δημοσιογράφος θα πατήσει στο ότι κανείς δεν θα δει ένα βίντεο μεγαλύτερο από δύο λεπτά και θα μας πει το δικό του «ηθικό συμπέρασμα» στον τίτλο. Η Μαλβίνα ήταν κοντά και στο θυμωμένο παιδί μέσα της και δεν είχε πάντοτε την υπομονή να τους πολεμήσει, με αποτέλεσμα συχνά να τους απαντάει «λάθος», παγιδεύοντας τον εαυτό της σε μια γωνιά.
Η Μαλβίνα δεν ήταν φεμινίστρια, αλλά είχε φεμινιστικά στοιχεία. Περισσότερο απ’ όλα μάλλον ήταν η Βασίλισσα της Ατάκας, και της καλής και της κακής. Βάζω άνω τελεία και κλείνω το μαλβινικό παραλήρημα με δικά της λόγια.
«Επιμύθιο:
Αν, λοιπόν, κύριε Παραγεμιστέ, έκανα αυτή την εκπομπή στο δικό σας ελεύθερο κανάλι, η εκπομπή θα ξεκινούσε με προσευχή, με ένα Κάντις, κι αυτό το Κάντις θα έλεγε: «Τα αγκαλιάσματά μας δεν έχουν λόγο ύπαρξης που να χρειάζοται οδηγίες κι ούτε περιμένουν τη δικαίωσή τους από μεγαλειώδεις εκστάσεις. Δώσε μας, Κύριε, τον παραλογισμό και την αμφιβολία, την αδεξιότητα και την απρέπεια του έρωτα. Κι όλες τις εναρμονισμένες, κατεψυγμένες, καλοσαπουνισμένες ηδονές θα τις ξεφορτωθούμε, όπως και τις άλλες ιδεολογίες. Αμήν.»





































Leave a Reply