«Ο Θεός τα έκανε έτσι, που πέρασες πρώτα τα γηρατειά σου με κάποιον άλλον και φύλαξες τις μέρες της νιότης σου για να τις περάσεις μαζί μου. Κάθε φορά που βλέπω τριαντάφυλλα ή τίποτα άλλο που το παρακάνει για να δείξει πόσο όμορφο είναι, τους λέω: ‘Θέλω να δείτε την Τζέινί μου κάποια στιγμή’. Πρέπει ν’ αφήσεις τα λουλούδια να σε δουν κάποια φορά, μ’ ακούς Τζέινι;».
Στη Φλόριντα, στις αρχές του 20ου αιώνα, η Τζέινι Κρόφορντ δεν αργεί να καταλάβει πώς λειτουργούν τα πράγματα, τι σημαίνει να είσαι μαύρη και τι σημαίνει να είσαι γυναίκα. Πρόκειται για μια ηρωίδα με μεγαλείο ψυχής και μεγάλη ανάγκη να αγαπηθεί· ευτυχώς για τον εαυτό της αλλά και για τον αναγνώστη, η Ζόρα δεν την πλάθει αφελή. Το κυνήγι της ευτυχίας της έχει κάτι αγνό, άδολο και άδειο από κερδοσκοπισμούς παρά τις όλες παγίδες της ζωής. Ξεκινάει από τους ‘στενούς διαδρόμους’ και τους ‘τοίχους που κλείνουν’ μέχρι να βρει τον απέραντο ορίζοντα της ελευθερίας, δίπλα σε μαύρους της εργατικής τάξης.
Η Τζέινι κρύβει και εμφανίζει την ψυχή της ανάλογα με το ποιος βρίσκεται στο δωμάτιο μαζί της. Την κρύβει από σύζυγο που την θέλει υποχείριο, την εμφανίζει σε σύζυγο όλο ροδοπέταλα. Και τι ψυχή! Πραγματικά δεν το βάζει κάτω, βέβαιη πως της αξίζουν καλές μέρες – ίσως αυτό είναι που την κάνει χάρτινη και όχι όλο οστά και αίμα όπως εμείς. Αυτή η βεβαιότητα. Πρόκειται για μια αίσθηση που αφήνει αυτή η εικόνα της δυνατότητας και του ορίζοντα της ανεξαρτησίας.
Η γλώσσα έχεις πολλές διασταυρώσεις ρατσισμού και μισογυνισμού (όπως θα περίμενε κανείς) ιδιαίτερα ρευστή και φυσική, σαν ποιητική πεζογραφία γεμάτη με αργκό των μαύρων του 30’. Η ταλαντούχα Ζόρα φαίνεται σαν να μαγειρεύει: βάζει στο τηγάνι έναν διάλογο και τον ‘σβήνει’ με την οπτική γωνία του εκάστοτε ομιλητή. Έξυπνη και απλή αφηγηματική επιλογή με μεγαλύτερο πλεονέκτημά, το να κρατάει την προσοχή του αναγνώστη, μαζί με τον ενδιαφέρον του.





































Leave a Reply