Προς τις τελευταίες σελίδες, διαβάζοντας το Zoo: Γράμματα όχι για την αγάπη, στο ημίφως ενός βραδινού λεωφορείου περιτριγυρισμένη από βαριά βλέφαρα, έχωσα το πρόσωπό μου μέσα στις τσακισμένες σελίδες και έμεινα εκεί μέσα για λίγο. Δεν ήμουν σίγουρη ποιος χρειαζόταν τη χάρτινη σιωπή -υποθέτω εγώ- μιας και ο Βίκτορ Σκλόφσκι είναι σε ένα νεκροταφείο στη Μόσχα κοντά στον ποταμό Σετούν, κάτω από μια γκρι πέτρα σημαδεμένη με έναν σταυρό και φαίνεται να μην έχει ανάγκη τίποτα.
Όσο ζούσε όμως εξόριστος στο μικρό ρωσικό Βερολίνο είχε ανάγκη έναν ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με την Έλσα Τριολέ με κάθε κόστος. Ερωτεύτηκε την αδελφή της Λίλια Μπρικ, της ερωμένης του Μαγιακόφσκι και την πρώτη γυναίκα που τιμήθηκε με το βραβείο Γκονκούρ, συγγραφέας και μεταφράστρια, η οποία παραμένει μακριά του, λίγο έξω από το Παρίσι, σε ένα πάρκο στολισμένο από γλυπτά, δίπλα στο άντρα της.
Το βιβλίο αυτό γεννήθηκε από την ερωτική απογοήτευση του Σκλόφσκι και τον όρο που του έθεσε η Τριολέ: αποδέχτηκε τα γράμματά του, αρκεί να μην αφορούν αγάπη. Πόσο σκληρά ιδιοφυές; Μια ιδιαίτερη συνθήκη που απαιτούσε ιδιαίτερους χαρακτήρες για να υπάρξει. Ο εξόριστος από πόλη και έρωτα, περιπλανιέται στη γειτονιά του ζωολογικού κήπου (οι περισσότεροι εμιγκρέδες στο Βερολίνο ζούσαν κοντά στον ζωολογικό κήπο) σαν φυλακισμένο ζώο, όπου και καταγράφει τις παρατηρήσεις του ανάμεσα στις όψεις του Βερολίνου και τη ρωσική κοινότητα, την Ευρώπη, τη διαύρωση της ρωσικής του ταυτότητας, την αίσθηση του χαμένου χρόνου, την κριτικολογία για τη λογοτεχνία και τις ρίζες λογοτεχνικής θεωρίας, τα αυτοκίνητα και τις μηχανές τους, την ανθρώπινη ψυχή, τα υπερωκεάνια ταξίδια, τον πόλεμο, τους τρόπους καλής συμπεριφοράς, τα τηλεφωνήματα και τη λεξιπλασία, όλα με ένα λιτό αλλά συχνά ειρωνικό ύφος, τονίζοντας με ήπιο τρόπο τα δεσμά του, παραπονούμενος για αυτά, ταυτόχρονα φανερά φοβούμενος μην σταλθεί σε ακόμα πιο αυστηρή φυλακή.
Η αγάπη του στάζει, σχηματίζοντας λεκέδες πάνω σε κάθε τι που καταπιάνεται και έτσι είμαστε μάρτυρες ενός επίπονου βιογραφικού ντοκουμέντου, ενός ακόμα επιστολικού μυθιστορήματος από ανθρώπους που πια απουσιάζουν, ιδιαίτερο ως προς τον πλούτο του στη λογοτεχνική θεωρία αλλά και τα λογοτεχνικά κουτσομπολιά της εποχής – τι καλύτερο;
Από την αρχή μπορεί κάποιος να προετοιμαστεί για τη σημασία αυτής της χειρονομίας και την αντήχηση αυτής, άλλωστε πρόκειται για έναν Ρώσο που γράφει για αγάπη. Βέβαιο πως θα έφτανε ένα τραγικό ακόμα τέλος. Ο ίδιος μιλάει για το βαρύ ρωσικό του πληγωμένο περπάτημα και μας τοποθετεί στη γωνία από την οποία φαίνεται να παρατηρεί τον εαυτό του – κυρίως ρομαντικά λογοτεχνικά.
Ο Σκλόφσκι νιώθει άνετα με την όλη του αυτοηττώμενη συμπεριφορά έχοντας επίγνωση πως είναι θέμα χρόνου η Τριολέ να σταματήσει να τον ανέχεται τελείως, βρίσκοντας πως παρά το πνεύμα του υποκύπτει στο μεγαλύτερο αμάρτημα: να γίνεται συχνά βαρετός με τα ‘πολύ’ του έρωτά του, τα οποία του ξεφεύγουν σε κάθε ευκαιρία, καταλάθος και επίτηδες. Μάλιστα η αυτογνωσία του διαφαίνεται τόσο ξεκάθαρα που συχνά δίνει την εντύπωση πως επιχειρεί να εξαντλήσει τη συμπάθειά του στο πρόσωπο της Έλσας και την υπομονή της. Τελικά γνωρίζουμε το θλιβερότερο απ’ όλα και το περιμένουμε μαζί του, μιας και δεν αργεί να λάβει το πολύ καθυστερημένο και προβλεπόμενο αντίο.
«Τα γράμματά μου είναι γεμάτα ξένους ανθρώπους, όπως και στις συναντήσεις μας είμαστε τρεις, τέσσερις, καμία φορά κι ολόκληρη χορωδία. Άσε τα λόγια μου ελεύθερα, Άλια, για να μπορέσουν να έρθουν σε εσένα, όπως τα σκυλιά στο αφεντικό τους, και να ξαπλώσουν στα πόδια σου. Παπούτσια νούμερο 37, γάντια 6».
“Can you understand? Someone, somewhere, can you understand me a little, love me a little? For all my despair, for all my ideals, for all that – I love life. But it is hard, and I have so much – so very much to learn.” — Sylvia Plath
Leave a Reply