«-Πρέπει να ήταν καλός ποιητής, αλλά πέθανε στην ψάθα. Δεν είδε προκοπή από την ποίηση.
– Άκουσα ότι σ’ αυτή τη χώρα συνηθίζεται οι πιο καλοί ποιητές να πεθαίνουν από την πείνα. Αυτή όμως η παράδοση δεν τηρείται μάλλον κατά γράμμα, αφού ορισμένους φαίνεται πως του ξέκανε το αλκοόλ.»
Τα έφεραν έτσι οι συγκυρίες και δυο πολιτικοί πρόσφυγες από διαφορετικές κάστες, ο Κάλε και ο Τσίφελ, συστήνονται στο εστιατόριο ενός σιδηροδρομικού σταθμού και πιάνουν την κουβέντα, μάλλον για τα πάντα.
Φανερά διψασμένοι και οι δύο για διαλεκτικά χάδια και συγκρούσεις, αναζητούν ο ένας τον άλλον, και επιδίδονται σε συζητήσεις που φαινομενικά αφορούν την καθημερινότητα τους και πως τη βιώνουν εντός β’ παγκοσμίου πολέμου. Η αφορμή είναι τα διαβατήρια: «Κι όμως, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ο άνθρωπος είναι κατά μια έννοια απαραίτητος για το διαβατήριο», η μπίρα, ο καφές.. Όταν πια ο ένας έχει ζυγίσει τον άλλον, οι συζήτηση κλιμακώνεται υπερθετικά προς όλες τις κατευθύνσεις, σχεδόν ταυτόχρονα. Ακολουθεί η τάξη και η αταξία (ζωτικό χώμα εντός γλάστρας, βρωμιά εκτός), αναλύουν την κατάλληλη ώρα της καταγραφής των απομνημονευμάτων, τους μαθητές και τους δασκάλους, την πείνα των ποιητών, την ενάρετη πορνογραφία και τους εγκρατείς γυμνιστές, τις βιβλιοθήκες στις φυλακές, την πλάνη της εξουσίας, τον πατριωτισμό ως εφήμερο θαυμαστής μιας τοποθεσίας (τι πιο κατάλληλο;), το καθήκον των διανοούμενων, τα κρατικά κίνητρα των πολέμων, τον δικτάτορά ως επαγγελματική επιλογή, την πικτογραφία της πολιτικής και πολλά ακόμα ευφάνταστα σημεία που ξεχώρισα, τσάκισα και σημείωσα, μάλιστα τα δύο τρίτα του έργου είναι αστείες (Ο Χίτλερ ονομάζεται «Οπωςτονλένε») και σοβαρές ασκήσεις πνεύματος.
Όλα θαυμάσια, η κριτική του Μπρεχτ κάνει διάνα, μέχρι που νιώθω άβολα. Νιώθω άβολα γιατί γράφει σε έναν άντρα αναγνώστη και εγώ δεν είμαι αυτός. Οι τελευταίες σελίδες ήταν το λιγότερο απογοητευτικές, αλλά ναι, πάμε παρακάτω.
«Ο πατριωτισμός εξαχρειώνεται αφού κανείς δεν έχει περιθώριο επιλογής. Είναι σαν να πρέπει να αγαπήσεις στο λεπτό αυτήν που παντρεύεσαι αντί να παντρευτείς αυτήν που αγαπάς. Γι’ αυτό θα ‘θελα να έχω εξαρχής περισσότερες επιλογές. Να μου παρουσιάσουν, για παράδειγμα, ένα κομματάκι από τη Γαλλία, και μια γωνίτσα από την καλή μας την Αγγλία, ένα δυο ελβετικά βουνά και μια νορβηγική παραλία, και τότε θα δείξω ένα απ’ αυτά και θα πω: Να, αυτή θα πάρω για πατρίδα. Τότε μάλιστα, θα την εκτιμούσα. Τώρα όμως είναι σαν να εκτιμάμε απεριόριστα το παράθυρο απ’ όπου έτυχε κάποτε να πέσουμε».





































Leave a Reply