Γ.Φ. 1846: «Οκτώ ημέρες έχουν περάσει από την όμορφη βόλτα μας στο δάσος της Βουλώνης. Τι άβυσσος από εκείνη την ημέρα! Αυτές οι θαυμάσιες ώρες, που πιθανόν για τους άλλους να κύλησαν σαν τις προηγούμενες και τις επόμενες, για μας ωστόσο ήταν μια λαμπερή στιγμή που η αντανάκλαση της θα φωτίζει πάντα την καρδιά μας. Αν ήμουν πλούσιος θα αγόραζα εκείνη την άμαξα, θα την έβαζα στην αποθήκη μου και δεν θα την χρησιμοποιούσα ποτέ πια».
//
Γ.Φ. 1855: «Κυρία, πληροφορήθηκα ότι μπήκατε στον κόπο χθες να έρθετε τρεις φορές στο σπίτι μου. Δεν ήμουν εκεί. Και φοβούμενος, μήπως μια τέτοια επίμονή εκ μέρους σας θα μπορούσε να σας ταπεινώσει, η καλή αγωγή με υποχρεώνει να σας προειδοποιήσω: δεν θα είμαι ποτέ».
Για τον Φλωμπέρ ήταν σημαντική συνθήκη ο αφηγητής να είναι ένας Θεός που γνωρίζει τα πάντα, αλλά δεν φαίνεται πουθενά -και αυτό είναι το κέρδος του. Πουθενά εντός της Μποβαρύ και της Αγωγής δεν τον κατάλαβα, όπως τον ένιωσα στα γράμματα, σε αυτές τις ιδιωτικές αράδες όπου εξυμνεί την Κολέ, την πατρονάρει, απαξιώνει το μυαλό της και ταυτόχρονα φαίνεται να της δίνει τη τιμή, να τη λογίζει ως λογοτεχνική φίλη, που έχει κατακτήσει αξιώσεις σε λογοτεχνικούς κύκλους.
Τα ισχυρά σημεία των γραμμάτων είναι η ίδια η Φλωμπερική πένα με την όλη οξυδέρκεια για τα ζητήματα της εποχής και την αξιοθαύμαστη επιμονή του να γίνει άριστος. Κατά τα άλλα, διάβασα άκεφα τα σημεία όπου έβρισκε ομορφιά στην Κολέ όταν η ίδια γινόταν μάλλον ευάλωτη και δεχόταν τις αυστηρότητές του. Σημείωση στον εαυτό: Να παρατηρώ προσεκτικά τη σκληρότερη πλευρά των άλλων, μιας και σίγουρα κάποια μέρα θα την αντιμετωπίσω. Διαβάζοντάς τον να την αποκαλεί «Καημένη μου αγάπη» φανταζόμουν ένα απροσανατολισμένο παιδί, αλλά από τις λίγες γραμμές της, δεν μου έδωσε καθόλου αυτή την εντύπωση:
Λ.Κ. 1847: «Δεν μου γράψατε μια μέρα, ότι θα θέλατε να αγοράσετε την άμαξα με την οποία κάναμε τον πρώτο μας περίπατο; Δεν ήταν αυτό, ως τρυφερό συναίσθημα, κάπως ανόητο και βεβαίως γελοίο; Και τώρα, δεν θα ξοδεύατε ούτε δεκαέξι φράγκα για να έρθετε να με δείτε. Αν σας έδινε κάποιος την άμαξα αυτή, τι θα την κάνατε; Μάλλον κούτσουρα για να ζεσταίνεστε».





































Leave a Reply