Η Μοράντε παραδίδει μαθήματα γοητείας. Η μυστικιστική, σχεδόν ανατριχιαστική αφήγηση της είναι ένα σπάνιο λογοτεχνικό ταλέντο, το οποίο βγάζει εκτός ανταγωνισμού το επιτηδευμένο λεξιλόγιο, τον ασπρόμαυρο μινιμαλισμό και άλλες ακαδημαϊκές τεχνικές που μπροστά της φαντάζουν ανιαρές. Η συγγραφέας επιβάλλεται με μαθήματα ιταλικής κομψότητας του 20ου αιώνα και ντρέπομαι που την ανακάλυψα από σπόντα ενώ ψαχούλευα το συγγραφικό έργο του συζύγου της.
Η Μοράντε γράφει δώδεκα ιστορίες οι οποίες δουλεύουν χώρια αλλά σε αρμονία μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα μυστικό παιχνίδι ανθρώπινης συμπεριφοράς, σημαντικό ή ασήμαντο, με αντικειμενικές αλήθειες που εμφανίζουν ανησυχητικές ρωγμές. Η σχέση της με τη μοναξιά και τη μελαγχολία αυξάνουν το σκότος και επιβαρύνουν τις μεταξύ σχέσεις των ηρώων αυξάνοντας κι άλλο την εκτίμησή μου για τη συγγραφέα.
Η Μοράντε διδάσκει σχεδόν καταλάθος ιταλική ιστορία, από τους σικελικούς γονείς που αποδοκιμάζουν τον χορό, μέχρι τα μαρμάρινα αγάλματα καταμεσής των καθολικών μοναστηριών. Οι ιστορίες αποπνέουν γυναικεία πένα, στολισμένες με γλωσσολογικό πλούτο, ο οποίος δεν περνάει αδιάφορος, αλλά επισκιάζεται από το μεταφυσικό και ονειρικό στοιχείο, όπου η δημιουργός φέρει τις λέξεις να κινηθούν κάτω από δέρμα και προκαλεί αυτό το αφηρημένο δυσοίωνο άγχος, το οποίο δρα ιδιαίτερα εθιστικά.
Η Μοράντε επιλέγει τους αργούς ρυθμούς αφήγησης, υπενθυμίζοντας πως η έκπληξη του εντυπωσιακού κενού χώρου που υπόσχεται να χτίσει μέχρι το τέλος της ανάγνωσης, έρχεται με ένα μικρό κόστος, αυτό της επιμονής. Επιμένει σε βασανιστικές παύσεις της αφήγησης, σε μικρές λεπτομέρειες που κολλάνε σαν βρύα σε παραθαλάσσια βράχια και σε πυκνό λόγο που επιβάλλεται στον αναγνώστη, απαιτώντας τη συνολική και αδιάλειπτη προσοχή του.





































Leave a Reply