«Ένιωθα πως βρισκόμουν στα όρια μου, για να’ μαι ειλικρινής, και για να αποφύγω τα μπαρ, πήρα κατευθείαν τον δρόμο για το σπίτι. Μόλις μπήκα μέσα, άνοιξα το ραδιόφωνο, άδειασα την πολυθρόνα, την έσπρωξα δίπλα στο λαμπατέρ, ύστερα έβαλα ένα μαξιλάρι για να καλύψω το βαθούλωμα της, ακούμπησα δίπλα μου τα τσιγάρα και άνοιξα ένα βιβλίο προσπαθώντας να αφεθώ σ’ εκείνη τη δελεαστική εσωτερική φωνή με την οποία διαβάζουμε. Διαφορετική για τον καθένα μας αν οι ψυχές είναι διαφορετικές, ίδια εάν είναι ίδιες, αλλά σε κάθε περίπτωση άψογη, χωρίς παραφωνίες, η απαίδευτη φωνή που ίσως έχουμε προτού έρθουμε στον κόσμο σκούζοντας».
Οι πρώτες εκατό σελίδες είναι η γνωστή δεκαετία της ανεμελιάς, όπου ο Λέο Γκατζάρα φτάνει άφραγκος στη Ρώμη, γυρνώντας την πλάτη στον πατέρα του και στο Μιλάνο, έτοιμος να ζήσει την dolce vita σε εκείνη τη δεκαετία που φαίνεται τίποτα γλυκό να μην τελειώνει και όλα τα δυσάρεστα να φεύγουν γοργά, σαν σύννεφο Κυριακής, που κρατάει μόνο τόσο, ώστε να εκτιμηθεί ακόμα παραπάνω ο ήλιος.
Ο Λέο είναι συμπαθής στους μποέμ κύκλους, τον αρπάζουν και τον χώνουν μεταξύ τους. Η ζωή είναι ωραία: ξενυχτάει, πίνει και καπνίζει, βουτάει στη θάλασσα, παντού γύρω του παλιά βιβλία, βραδιές με ωραίους περίπου φίλους, η παλιά Άλφα Ρομέο βογκάει στις ανηφόρες με τα πλακόστρωτα και ο πρώτος τόμος του Προύστ ένα χέρι μακριά. Ο Λέο κυνηγάει τη δημοσιογραφία και την Αριάννα, ένα ακόμα κορίτσι του προγεύματος στα Τίφανις, ευαίσθητη και σκληρή. Σύντομα πλησιάζουν τα τριάντα του, όπου είναι κάπως ανησυχητικό το πηγάδι να μην έχει πάτο, κάπως περίεργο που οι φίλοι είναι όποτε και εάν, παραπάνω δυσάρεστοι οι μεθυσμένοι πρωινοί εμετοί, κάπως θλιβερό το χάος στο μυαλό της Αριάννας, κάπως μαύρος ο Αύγουστος στη Ρώμη.
Πράγματι, είναι βιβλίο ύμνος για την Αιώνια Πόλη του 1970, κάθε παράγραφος και προσευχή. Πρόκειται για την αναμενόμενη αναγνωστική επιλογή, γεμάτη με θλίψη και γέλιο, τρατορίες και τα μπαράκια, Πιάτσα ντελ Πόπολο, Πιάτσα ντι Σπάνια, Πιάτσα ντι Τρέβι και φυσικά Ναβόνα, όπου αιώνια ζει ο Φάντε.
«Ωραία, είχα φτάσει εκεί όπου έπρεπε να φτάσω. Τώρα δεν μου έμεινε παρά να γυρίσω πίσω».





































Leave a Reply