Το πρώτο βιβλίο του Ζέμπαλντ που πέφτει στα χέρια μου, εξαιτίας του ομιχλώδους εξωφύλλου της Sharon-Louise Aldridge.
Ένα αμιγώς ποιητικό έργο, γλωσσικά προκλητικό, με κάποια λογοτεχνική δομή, ιδιαίτερα διαφορετικό και ιδιαίτερο απ’ ότι έχω διαβάσει μέχρι τώρα. Περίμενα πως εξαιτίας της ιστοριολαγνικής αφήγησης και των μερικών, προσεκτικά διαλεγμένων αρχαϊκών λέξεων, θα ήταν πολύ προγενέστερο του καιρού του.
Η σύσταση είναι μαγνητική, σαν όνειρο, όπου διαρκώς ένιωθα πως το άκουγα αντί να το διαβάζω, σαν να ήταν μια πρόζα ενός παραμυθιού από κάτι που σίγουρα έχει συμβεί πολύ πριν υπάρξω εγώ, λες και με κάθε αλλαγή σειράς, η δομή του έσπαγε και δεν άνηκε πια σε παραγράφους. Και πράγματι: εάν αφεθεί κανείς στη γλυκιά δύνη και αφήσει πίσω του τέτοιους δομικούς περιορισμούς, τότε είναι σαν βόλτα στο μουσείο, όπου κάποιο σπουδαίο φάντασμα εισχωρεί στα ιστορικά τεχνουργήματα και τους δίνει φωνή. Η πρώτη φωνή αφορά τον Γερμανό ζωγράφο Ματτία Γκρύνεβαλντ, ακουλουθεί ο γιατρός και εξερευνητής Γκέοργκ Βίλχελμ Στέλλερ και καταλήγει στον ίδιο τον Ζέμπαλντ. Τέλος, αυτές οι οκτάβες, δεν είναι απλά παρά ένα φυσικό θαύμα, που αφορά την πιο γνωστή αναμέτρηση, Άνθρωπος και φυσική δημιουργία, φυσική καταστροφή, η τελευταία, οδυνηρή μονάχα για τον ίδιο.





































Leave a Reply