Σε μια προσπάθεια να ξαναζήσω τη Λολίτα επανέρχομαι στο μεγαλείο του Ναμπόκοφ, πιο σπάνια παρά συχνά, γνωρίζοντας πως κάποια στιγμή θα εξαντληθεί και θα αναγκαστώ να βρω κάποιον που του μοιάζει. Τα γράφω αυτά με κίνδυνο να θεωρηθώ γκρούπι αλλά γιατί όχι; Για την ιδιοφυΐα του Ναμπόκοφ ας συρθεί το κακό μου όνομα στο χώμα. Κανείς άλλος δεν είναι τόσο σκανδαλώδης με πολύπλοκη αφήγηση που θυμίζει γρίφο παρά εξιστόρηση, αισθησιακό παιχνίδι λέξεων και ευαίσθητες ανθρώπινες παρωδίες συναισθημάτων που ανά στιγμές αγγίζουν τολμηρό αλλά γήινο λυρισμό.
Η οπτική του Ματιού, αναγκάζει τον αναγνώστη να είναι μονίμως άγρυπνος μέσα στην άβολη αβεβαιότητα, ώστε να βάλει στη σειρά και να συνθέσει, όσα ο συγγραφέας δίνει ιμπρεσιονιστικά και σε λιλιπούτια μέρη του Όλου. Το καλειδοσκόπιο Ναμπόκοφ δίνει αινίγματα που αντανακλούν την ύπαρξη του ηθικού και του κακού, όπως αυτά είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το υπερφυσικό και τον άλλο κόσμο. Αυτό όμως είναι ένα επίπεδο ανάγνωσης από τα πολλά, μιας που ο συγγραφέας έχει τόση πίστη στον αναγνώστη που δίνει χώρο για ερμηνείες μέσα στο δικό του κατασκευασμένο όνειρο.
Στο μελαγχολικό Βερολίνο της ξενιτιάς του 1925, ένας Ρώσος μετανάστης, ο Σμύρωφ χάνει την τιμή του όταν ένας ζηλιάρης σύζυγος τον γροθοκοπά. Τότε πηγαίνει σπίτι και αυτοπυροβολείται. Εκεί ξεκινάει το Τρίτο Μάτι να παρακολουθεί με κάθε προσοχή όσα το τραυματισμένο του μυαλό έχει πλάσει. Επιχειρεί να δώσει νόημα στις επίγειες πράξεις του, ενώ η ψευδο-μεταθάνατη ζωή του θα μπορούσε να τον παρουσιάσει με όποιον τρόπο ήθελε, τελικά εκείνος επιλέγει να συναντήσει κοινωνικές ταυτότητες του εαυτού του, ενώ δεν ξεχνάει και να ερωτευτεί.





































Leave a Reply