Η τυφλή κουκουβάγια με καθήλωσε από το οπισθόφυλλο, μίλησε κατευθείαν -χωρίς άλλες στάσεις- στα πιο μύχιά κομμάτια μου. Αυτά τα κομμάτια που όσοι από εσάς ταυτίζεστε ξέρετε ήδη ποια είναι. Το υπαρξιακό άγχος και η σωματοποίηση αυτού, όπου συχνά όλα φαίνονται μάταια και κυνικά, παρέα με το ανάλογο χιούμορ και όλες μας τις άμυνες. Πρόκειται για αυτές τις πλευρές που όσοι από εμάς ξέρουμε πως έχουμε, ξέρουμε και πως πρέπει να μην τις ακουμπάμε σε κανέναν, γιατί είτε τους τρομάζουμε, είτε μας τις τσαλακώνουν με την προχειρότητά τους. Από την πρώτη στιγμή λοιπόν, μου ήταν σαφές πως ο Χενταγιάτ θα ακουμπούσε σε αυτό το σημείο, το οποίο όπως και να το κάνουμε, παρά το ότι είναι βαθιά προσωπικό, λειτουργεί καλύτερα με καλή παρέα.
Ο αφηγητής μας, ζωγραφίζει κασετίνες στο μικρό του δωματιάκι και τότε βλέπει μια νεαρή γυναίκα εάν και μάλλον πρόκειται για ένα σκοτεινό γοτθικό όραμα του οπιούχου του ύπνου του. Η ομορφιά της είναι αδιανόητη, σκοτεινή και αλόκοσμη. Φοράει ένα μαύρο φόρεμα και εκείνος στέκεται κοντά της, επιθυμώντας να την ζωντανέψει μιας και φαίνεται νεκρή. Σκέφτεται όμως πως ίσως τα μαγικά της αυτιά διαλυθούν από την χαζή του κοινή φωνή, ίσως σπάσει τα ο δέρμα της από το άγαρμπο χέρι του. Το μόνο που τον απασχολεί πια είναι να την ζωγραφίσει, να αιχμαλωτίσει το αδιάφορο αλλά παντοδύναμο βλέμμα της, μιας και η σάρκα της θα φαγωθεί σύντομα από τα σκουλήκια. Την κοιτάει ώρα τώρα και κάπου στην πορεία ανακαλύπτει πως την κοιτούσε από πάντα. Πως η εμμονή του (όχι πρωτότυπο, αλλά αληθές), έχει παντοδύναμες ρίζες.
Καμύ, Κάφκα, Ρίλκε, Τολστόι και 1000 και μια νύχτες. Ένα ιδιαίτερο βιβλίο που νιώθω πως στέκεται απέναντι στον άτυχο αναγνώστη, σαν να είμαστε εχθροί του. Τι άλλο θα μπορούσαν να σημαίνουν οι ατελείωτες επαναλήψεις, εάν όχι η έχθρα ενός μυαλού που έχει εμποτιστεί και φθίνει. Βέβαια μας το είπε καθαρά, πως θέλει να τα γράψει πριν χαθεί, αλλά όλα αυτά που αφορούν το κείμενό του είναι επίπονα για εκείνον και για όποιον τα ακουμπάει. Ναι το ξέρουμε.
Ο Χενταγιάτ μας δίνει γενναιόδωρα από το όπιό του και τον παρακολουθούμε να μας ζωγραφίζει μια παραισθητική εικόνα η οποία αφορά τις κόμπρες του τόπου του και άλλα δηλητηριώδη σύμβολα που είναι καθ’ όλα αθώα, όπως ένα κορίτσι που πέφτει στο νερό και μετά την σκουπίζουν μυστικά ενώ εκείνος, ίσα που προλαβαίνει να δει τις γάμπες της. Νέος στο παρελθόν, γέρος πλέον, μιας και η δυστυχία φτάνει για να ξοφλήσει κάποιος. Δεν είναι διακριτό το όνειρο από την πραγματικότητα μέχρι το πολύ τέλος όπου πλέον ξετυλίγεται η αδιανόητη φρίκη. Σαν να κάνουμε ένα ωραίο ζεστό μπάνιο στα σκοτεινά, όσο η μυρωδιά του σιδηρού δεν μας ενοχλεί, μέχρι που καταλαβαίνουμε πως κολυμπάμε σε έναν αιμάτινο βούρκο, ολομόναχοι. Δυσφορούμε με την μακαβριότητα κλιμακωτά, μέχρι τον οργασμικό γκρεμό.





































Leave a Reply