Είναι τόσα πολλά τα κοινά ανάμεσα στην Λουσία Μπερλίν και στον Ρέιμοντ Κάρβερ που είναι αδύνατο να μην τους σκεφτείς μαζί. Ναι όμως που; Μέσα σε ένα θαλασσί 1960 Austin Mini όπου καπνίζουν και γελάνε, στο χολ ενός ξεπεσμένου μοτέλ να περιμένουν τα κλειδιά τους, σε ένα μικρό μαγαζάκι με πανκέικς και μπέικον, σε ένα στριπτιτζάδικο με μίλκ σέικ και πατάτες, στα επείγοντα, στην αναμονή πλυντηρίων με ένα βαζάκι ψιλά, σε ένα βενζινάδικο να καπνίζουν. Κρατιέμαι να μην τους βάλω με ένα μπουκάλι στο χέρι τον καθένα, παρά το ότι αυτή η εικόνα μου μονοπωλεί το μυαλό και μου φαίνεται πολύ πιο λογική και οικεία. Όμως η αγαπημένη Λουσία δεν θα μου το συγχωρούσε.
Μίνιμαλ και έξυπνη, γράφει ρεαλιστικά και δυσκολεύεσαι να μην την δεις σαν δικό σου άνθρωπο, σαν μια θεία ή φίλη που την φωνάζεις για καφέ, δεν πάτε έξω, μένετε μέσα και βάζετε καφέ ενώ ήδη έχει αρχίσει να σε πειράζει και να σου γλυκομιλάει. Αυτό συμβαίνει διότι έχει μια ξεκάθαρη προσωπικότητα, τελείως δικιά της, μέσα σε δουλειές του ποδαριού με ελάχιστη δυστυχία και μιζέρια, περισσότερα αστεία, όπως ακριβώς είναι κάποιοι άνθρωποι, που κατέχουν απερίγραπτη κομψότητα, ακόμα και εάν η διήγηση της ιστορίας τους είναι πως δεν μπορούσαν να ανοίξουν ένα βαζάκι μαρμελάδα φράουλα, οπότε έφαγαν βερίκοκο. Τους ακούς με προσήλωση, διότι σου έχει συμβεί κι εσένα, έχει συμβεί σε όλους και ακόμα εάν δεν έχει συμβεί αυτό ακριβώς, μπορεί να στο μεταφέρει σε άλλη εικόνα, όπως ότι έχασες κάτι δικό σου οικείο, το οποίο λαχταράς και το σκέφτεσαι, αλλά τελικά παίρνεις κάτι άλλο. Παλιοζωή! Το ευγενικό είναι αυτό, πως δεν υπάρχει καμία σοφία πίσω από το να χαλάσεις το πρωινό των άλλων επειδή δεν έφαγες τις φέτες μαρμελάδα φράουλα με περισσότερο βούτυρο παρά μαρμελάδα, που ονειρευόσουν.
Γράφει όπως μιλάει με την πινελιά και το στυλ που χρειάζεσαι για να επενδύσεις σε σαράντα τέσσερα διηγήματα. Επίσης γράφει και αυτό που σκέφτεται, όπως το σκέφτηκε, αφοπλιστικά, όπου μια σε μαγκώνει με το σημαινόμενο και μετά σε διαλύει με το σημαίνον. Έτσι κι αλλιώς, εκατό στρώσεις χιούμορ και ένα πονεμένο μπιζέλι φτάνουν.
«Περιμένετε. Αφήστε με να εξηγήσω…
Όλη μου τη ζωή σκοντάφτω σε τέτοιες καταστάσεις, όπως εκείνο το πρωί με τον ψυχίατρο. Έμενε στην αγροικία πίσω από το σπίτι μου, όσο καιρό διαρκούσαν οι εργασίες ανακατασκευής στο καινούριο του σπίτι. Φαινόταν πραγματικά συμπαθητικός· επιπλέον ήταν ωραίος, και φυσικά ήθελα να του κάνω καλή εντύπωση. Θα μπορούσα να τον εξαγοράσω με μπράουνις, αλλά δεν ήθελα να με θεωρήσει επιθετική. Ένα πρωινό ξημερώματα ως συνήθως, έπινα καφέ και κοίταζα έξω από το παράθυρο στον κήπο μου, που ήταν υπέροχος τότε, με τα μοσχομπίζελα και τις μαργαρίτες μου. Ένιωθα να πλημμυρίζω από χαρά. Γιατί διστάζω να σας το πω; Δεν θέλω να νομίσετε πως είμαι χαζή, θέλω να κάνω καλή εντύπωση. Εν πάση περιπτώσει, ήμουν χαρούμενη και σκόρπισα μια χούφτα κανναβούρι στη βεράντα και κάθισα εκεί χαμογελώντας στον εαυτό μου, καθώς δεκάδες δεκοχτούρες και σπίνοι προσγειώθηκαν φτεροκοπώντας να φάνε τα σποράκια. Τότε, εν ριπή οφθαλμού, δύο μεγάλες γάτες πήδησαν στη βεράντα κι άρχισαν να κομματιάζουν και να μασουλάνε τα πουλιά, φτερά σκορπίστηκαν παντού, ακριβώς τη στιγμή που ο ψυχίατρος έβγαινε από την πόρτα του. Με κοίταξε εμβρόντητος, είπε ΄τι φριχτό’ και εξαφανίστηκε. Μετά από εκείνο το πρωί με απέφευγε εντελώς και δεν ήταν της φαντασίας μου. Δεν υπήρχε τρόπος να εξηγήσω ότι όλα είχαν συμβεί πολύ γρήγορα, ότι δεν χαμουγελούσα στις γάτες που ροκάνιζαν τα πουλιά. Ήταν που η χαρά μου για τα μοσχομπίζελα και τους σπίνους δεν είχε προλάβει να σβήσει».





































Leave a Reply