Αυτή η βιβλιολαγνική ανθολογία, μου έγινε δώρο, για τα γενέθλιά μου, τον Ιούνιο του 2020. Μόλις την πήγα σπίτι, σκαρφάλωσα στο πιο ψηλό μέρος πάνω αριστερά στην βιβλιοθήκη και την έβαλα παρέα με όλες τις άλλες ανθολογίες κλασικών. Μια κίνηση χωρίς ουσία, μιας και από την επόμενη θα την κατέβαζα, μόνο και μόνο για να μείνει στην στήλη «διαβάζω τώρα», για τους επόμενους επτά μήνες. Βέβαια, κάποιος βιβλιοθηκονόμος, δεν θα την έλεγε «κίνηση χωρίς ουσία».
Η αίσθηση τάξης που σου προσφέρει η μοναδική θέση ενός μοναδικού βιβλίου λειτουργεί σαν παυσίπονο για την εντροπία που χωρίς ντροπή είναι η ζωή μου. Η αίσθηση που ξέρω τι είναι και που είναι, κάτι τόσο πολύτιμο για εμένα. Γιατί αυτό είναι: Ένα συγκεκριμένο βιβλίο που κάπου μακριά, αγαπημένο πρόσωπο επέλεξε για εμένα. Ακόμα και εάν το ακριβώς πανομοιότυπο αντίγραφο με ίδιο isbn 13 θα είχε αυτή την θέση, δεν την έχει. Την έχει αποκλειστικά η τυχαία και μοναδική επιλογή που έγινε. Τι έκανε επτά μήνες στην στήλη «διαβάζω τώρα»; Υπομονή.
Στην ανθολογία λοιπόν, από τις εκδόσεις Άγρα, φιγουράρει η πλέον κατάλληλη λεπτομέρεια από γλυπτό (1993) του Άγγελου Παπαδημητρίου και το μαλακό εξώφυλλο, σαν την καρδιά μαρουλιού, είναι τρυφερό, όπως τα βιβλία που μιλάνε για βιβλία. Μιλάει για την έννοια του χώρου, γιατί αυτό είναι η βιβλιοθήκη, το που, όπου χωράνε τα πάντα. Χωράει η περιπέτεια, του Ιουλίου Βέρν, με την βιβλιοθήκη του Ναυτίλιου, του πλοιάρχου Νέμο. Χωράει το πάθος και λαγνεία του Μεγάλου Ανατολικού του Ανδρέα Εμπειρίκου, ο οποίος εξουθενώνει ερωτικά το αναγνώστη, χωράνε οι γαλλικές ταξινομήσεις του Περέκ και Έκο οποίος με μοναδικό τρόπο δίνει βιβλιοθηκονομικές συμβουλές και εάν το συγγραφικό του έργο ξεκινούσε σήμερα θα έγραφε για την μαγεία στην ανάγνωση με kindle. Η Dorothy Sayers, όταν δεν μετέφραζε Δάντη, έγραφε για αιμοδιψή εγκλήματα σε βιβλιοθήκες και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει ο Μπράντμπερι, ο συγγραφέας που υπογράμμισε πως τα βιβλία, είναι όντως εύφλεκτα. Ο Ροϊδης, εφόσον έγραψε τόσα για μάγισσες, δεν θα μπορούσε να μην γράψει και για βιβλιοθήκες, το κατεξοχήν the place to be, για να κάνεις τα μαγικά σου, ξόρκια και αναζήτηση σχετικής βιβλιογραφίας. Βέβαια ο Ροϊδης, στάθηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη του 1880.
Άφησα τον Μπόρχες για το τέλος.
Ιούνιος 1968 – Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Μτφ. Δημήτρης Καλοκύρης
Στο χρυσαφένιο απόγευμα
Ή και μπορεί, σε μια μορφή γαλήνης
Που σύμβολό της να ναι αυτό το χρυσαφένιο απόγευμα,
Ο άνθρωπος αυτός ταχτοποιεί τα βιβλία
Πάνω στα ράφια που περιμένουν και νιώθει την περγαμηνή, το δέρμα, το πανί
Και την ηδονή που σου δίνει
Η πρόβλεψη μιας συνήθειας
Και η καθιέρωση κάποιας τάξης.
Ο Στήβενσον κι εκείνος ο άλλος ο σκωτσέζος, ο Άντριου Λάνγκ,
Θα συνεχίσουν εδώ, με τρόπο θαυμαστό,
Τη μακριά συζήτηση τους που σταμάτησαν
Οι θάλασσες και ο θάνατος
Και όσο για τον Ρέγες, είναι βέβαιο πως δεν θα ενοχληθεί
Που θα γειτονεύει με τον Βιργίλιο.
(Η ταξινόμηση μιας βιβλιοθήκης είναι η άσκηση με ηρεμία και απλότητα
Της τέχνης της κριτικής.)
Ο άνθρωπος αυτός που είναι τυφλός,
Ξέρει πως δεν μπορεί πια να διαβάσει
Τα περίφημα βιβλία που ψηλαφίζει
Και πως δεν πρόκειται να τον βοηθήσουνε να γράψει εκείνο το βιβλίο που τελικά
Θα μπορούσε να τον δικαιώσει·
Όμως τούτο το βράδυ, που ίσως και να ναι χρυσαφένιο
Χαμογελάει για την παράξενη μοίρα
Και νιώθει εκείνη την ξεχωριστή ευχαρίστηση
Που δίνουν τα παλιά, αγαπημένα πράγματα





































Leave a Reply