Δεν ξέρω πως έγινε και μου τράβηξε την προσοχή και έπεσε στα χέρια μου ο Βλάντιμιρ Ζανκελεβίτς, αλλά είμαι χαρούμενη για αυτή την κρούση. Ένας ακόμα λοιπόν Γάλλος φιλόσοφος (και μουσικολόγος), ιδιαίτερος και δύσκολος που μια ανάγνωση δεν φτάνει.
Το συγκεκριμένο έργο εξετάζει την έννοια της ειρωνείας, πως μοιάζει, πότε χρησιμοποιείται, τα κίνητρά της, πότε είναι λεπτή, πότε παχουλή, τι παγίδες στήνει και πότε κινδυνεύει να εξαφανιστεί.
Βρήκα τον Ζανκελεβίτς γοητευτικό και ανυπόφορο. Οι γνώσεις του δεν μπορούν να κρυφτούν και μου μεταφέρθηκε η όλη λεπτεπίλεπτη αίσθηση της ειρωνείας, σαν ένα αυθόρμητο εργαλείο, άλλοτε κυνικό, άλλοτε γενναιόδωρο που επιταχύνει ή επιβραδύνει την συζήτηση και πολλές φορές, το να σωθεί η ειρωνεία, είναι το παν. Πρόκειται για το αγαπημένο θέμα των αναλυτών και των φιλοσόφων: Η συνείδηση, που φλυαρεί χαρούμενη και ο θανατηφόρος κυνισμός που καταστρέφει την ψευτοδιανόηση ενώ θέτει αδιάκριτα ερωτήματα.
Ανυπόφορος, γιατί τις περισσότερες φορές ήταν σαν να τρέχω από πίσω του ακόμα και για τα πιο απλά πράγματα. Δεν νομίζω πως έχει γράψει λογοτεχνία αλλά σίγουρα θα έπρεπε. Είναι ένα λογοτεχνικό δοκίμιο που στάζει υπερβολές και επιδεικνύει την δυνατή του πένα. Μας δείχνει πόσο μεγαλειώδης μπορεί να γίνει, οπότε προτείνει ένα ακαδημαϊκό έργο με πρόζα που μας περιπαίζει. Ενδιαφέρον!
«Χωνεύουμε την δυστυχία, την ντροπή και το ακατανόητο και η ιδέα μας περί του πιθανού είναι αρκετά ελαστική ώστε να εκλογικεύομε την πιο απρόβλεπτη τυχαιότητα. Δεν πρέπει να λοιπόν να συγχέουμε την απελπισία, που είναι άπειρη και αδιανόητη όπως ο θάνατος, και τους λόγους να απελπιζόμαστε που έχουν προφανώς ένα ορισμένο αντικειμενικό μέγεθος. Η απελπισία είναι η αδύνατη ολοποίηση, η αδυναμία για ολοκλήρωση, το απόλυτο ασυμφιλίωτο».





































Leave a Reply